Εμπνευσμένη από την διακήρυξη της αμερικανικής επανάστασης του 1776 και του φιλοσοφικού πνεύματος του 18ου αιώνα, η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 σημειώνει το τέλος του Παλαιού Καθεστώτος και την αρχή μιας νέας περιόδου. Η διακήρυξη αποτελεί σήμερα ένα από σημεία αναφοράς των θεσμικών κειμένων της Γαλλίας.

Στις 26 Αυγούστου του 1789 η Συντακτική Συνέλευση ψηφίζει τη «Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη», το πιο σπουδαίο γραπτό μνημείο της Γαλλικής Επανάστασης με κοσμοϊστορική σημασία.

Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη αποτελεί, μαζί με τα διατάγματα της 4ης και 11ης Αυγούστου 1789 περί κατάργησης των φεουδαρχικών δικαιωμάτων, ένα από τα θεμελιώδη κείμενα που ψήφισε η Συντακτική Συνέλευση.

Η Διακήρυξη, η οποία υιοθετήθηκε επί της αρχής της πριν από την 14η Ιουλίου 1789, δίνει αφορμή για την εκπόνηση πολλών άρθρων. Μετά από πολλές συζητήσεις, οι κοινοβουλευτικοί ψηφίζουν το τελικό κείμενο στις 26 Αυγούστου 1789.

Η Διακήρυξη περιλαμβάνει έναν πρόλογο και 17 άρθρα που αναφέρονται σε διατάξεις που αφορούν στο άτομο και το Έθνος. Καθορίζει τα «φυσικά και απαράγραπτα » δικαιώματα όπως η ελευθερία, η ιδιοκτησία, η ασφάλεια και η αντίσταση στη βία. Η Διακήρυξη αναγνωρίζει επίσης την ισότητα απέναντι στο νόμο και τη δικαιοσύνη. Τέλος, δηλώνει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

Υπό την πίεση της Εθνοσυνέλευσης και του λαού ο οποίος έχει καταλήψει τις Βερσαλίες, ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’ επικυρώνει τη Διακήρυξη μόλις στις 5 Οκτωβρίου. Η Διακήρυξη αποτέλεσε και το προοίμιο του πρώτου Συντάγματος της Γαλλικής Επανάστασης που υιοθετήθηκε το 1791. Παρόλο που η Επανάσταση αρνήθηκε στη συνέχεια κάποιες από τις αρχές της συγκεκριμένης διακήρυξης και εκπόνησε δύο άλλες διακηρύξεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα το 1793 και το 1795, το κείμενο της 26ης Αυγούστου 1789 αποτελεί το σημείο αναφοράς των γαλλικών θεσμών, κυρίως στα Συντάγματα του 1852, 1946 και 1958.

Κατά τον 19ο αιώνα, η Διακήρυξη του 1789 αποτελεί πηγή έμπνευσης, για την εκπόνηση παρόμοιων κειμένων σε πολλές χώρες της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής. Η γαλλική επαναστατική παράδοση είναι επίσης παρούσα στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου που υπογράφτηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950.

«Οι άνθρωποι γεννιούνται και είναι ελεύθεροι και έχουν ίσα δικαιώματα», τονίζει η διακήρυξη. Η επαναστατική αυτή αρχή διακηρύχτηκε όταν στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου οι άνθρωποι ήταν ακόμη δούλοι, στη Ρωσική Αυτοκρατορία και στα άλλα φεουδαρχικά-απολυταρχικά κράτη υπήρχαν εκατομμύρια δουλοπάροικοι και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ανθούσε το δουλεμπόριο.

Aκολουθεί το πλήρες κείμενο της Διακήρυξης.

«∆ιακήρυξη των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη»

«Οι αντιπρόσωποι του γαλλικού λαού, συγκεντρωμένοι σε Εθνική Συνέλευση, επειδή πιστεύουν ότι η άγνοια, η λήθη και η περιφρόνηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι οι αποκλειστικοί λόγοι της κοινής δυστυχίας και της διαφθοράς των κυβερνήσεων, αποφάσισαν να εκθέσουν σε μια επίσημη διακήρυξη τα φυσικά, αναπαλλοτρίωτα και ιερά δικαιώματα του ανθρώπου με τελικό σκοπό αυτή η διακήρυξη, μια και θα βρίσκεται συνέχεια μπροστά στα μάτια του κοινωνικού σώματος, να υπενθυμίζει σε όλους αδιάκοπα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Ακόμη σκοπεύει να καταστήσει τις αποφάσεις της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας περισσότερο σεβαστές, μια και θα μπορούν σε κάθε περίπτωση να συγκρίνονται με τον τελικό στόχο του κάθε πολιτικού θεσμού. Τέλος, η διακήρυξη αυτή αποβλέπει να στρέψει τις διεκδικήσεις των πολιτών, που θα στηρίζονται πια σε απλές αρχές και αναμφισβήτητες, προς τη στήριξη του Συντάγματος και προς το γενικό καλό.

Επομένως, η Εθνική Συνέλευση μπροστά και κάτω από την προστασία του Ανωτάτου Όντος αναγνωρίζει και διακηρύσσει τα παρακάτω δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη:

Άρθρο 1 – Οι άνθρωποι γεννιούνται καί παραμένουν ελεύθεροι, με ίσα δικαιώματα. Κοινωνικές διακρίσεις γίνονται μόνο με γνώμονα το κοινό συμφέρον.

Άρθρο 2 – Σκοπός κάθε πολιτικής ένωσης αποτελεί η διατήρηση των φυσικών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου. Τα δικαιώματα αυτά είναι η ελευθερία, η ιδιοκτησία, η ασφάλεια και η αντίσταση στη βία.

Άρθρο 3– Το Έθνος είναι η αποκλειτική πηγή κάθε εξουσίας. Καμία ομάδα ανθρώπων και κανένα άτομο δεν μπορεί να ασκεί εξουσία που δεν απορρέει από το Έθνος.

Άρθρο 4 – Ελευθερία σημαίνει το να μπορεί να πράττει το κάθε άτομο ο,τιδήποτε δε βλάπτει ένα άλλο άτομο. Έτσι, η άσκηση των φυσικών δικαιωμάτων κάθε ανθρώπου θέτει σαν όριο το σημείο εκείνο, από το οποίο αρχίζει η άσκηση των ίδιων δικαιωμάτων για το άλλο άτομο. Το όριο αυτό δεν καθορίζεται παρά μόνον από το νόμο.

Άρθρο 5 – Ο νόμος μπορεί να απαγορεύσει μόνο ό,τι είναι επιζήμιο για την κοινωνία. Ό,τι δεν απαγορεύεται από το νόμο θεωρείται επιτρεπτό και δεν μπορεί σε κανέναν να επιβληθεί να κάνει κάτι που δεν ορίζεται από το νόμο.

Άρθρο 6 – Ο νόμος αποτελεί έκφραση της κοινής βούλησης. Όλοι οι πολίτες έχουν το δικαίωμα, προσωπικά ή με αντιπροσώπους τους, να μετέχουν στη θέσπισή του. Ο νόμος πρέπει να είναι ο ίδιος για όλους, ανεξάρτητα αν προστατεύει ή τιμωρεί. Εφόσον όλοι οι πολίτες είναι ίσοι απέναντι στο νόμο, μπορούν όλοι να μετέχουν το ίδιο και στα δημόσια αξιώματα, στις θέσεις και τις υπηρεσίες ανάλογα με τις ικανότητές τους και χωρίς καμία άλλη διάκριση παρά αυτή που πηγάζει από την αρετή τους και το ταλέντο τους.

Άρθρο 7 – Κανένα άτομο δεν μπορεί να κατηγορηθεί, να συλληφθεί ή να κρατηθεί παρά μόνο στις περιπτώσεις που ο νόμος ορίζει και σύμφωνα με τις διαδικασίες που προκαθορίζονται από αυτόν. Όσοι αιτούνται, εκδιώκουν, και εκτελούν αμέσως ή εμμέσως αυθαίρετες εντολές πρέπει να τιμωρούνται. Όπως επίσης, κάθε πολίτης ο οποίος καλείται ή συλλαμβάνεται εν ονόματι του νόμου πρέπει να συμμορφώνεται αμέσως, κάθε αντίσταση που προβάλλει όντας ομολογία ενοχής.

Άρθρο 8 – Ο νόμος οφείλει να επιβάλλει ποινές που είναι αποκλειστικά και απόλυτα αναγκαίες. Κανείς δεν μπορεί να τιμωρηθεί παρά με νόμο που είχε θεσπιστεί πριν το αδίκημα και ο οποίος εφαρμόζεται νόμιμα.

Άρθρο 9 – Επειδή κάθε άνθρωπος θεωρείται αθώος έως ότου αποδειχτεί η ενοχή του, αν κριθεί αναγκαίο να συλληφθεί, κάθε αυστηρό μέτρο που δεν θα ήταν αναγκαίο για τη σύλληψή του απαγορεύεται αυστηρά από το νόμο.

Άρθρο 10 – Κανείς δεν πρέπει να διώκεται για τις πεποιθήσεις του, ακόμη και τις θρησκευτικές, εφ’όσον η εκδήλωσή τους δεν διαταράσσει τη δημόσια τάξη που ο νόμος έχει επιβάλλει.

Άρθρο 11 – Η ελεύθερη ανταλλαγή σκέψεων και ιδεών είναι ένα από τα πολυτιμότερα δικαιώματα του ανθρώπου. Επομένως, κάθε πολίτης έχει τη δυνατότητα να ομιλεί, να γράφει, και να τυπώνει τα έργα του ελεύθερα, αρκεί να μην κάνει κατάχρηση αυτής της ελευθερίας σε περιπτώσεις που ορίζονται σαφώς από το νόμο.

Άρθρο 12 – Η εξασφάλιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη κάνει αναγκαία την ύπαρξη μιας κρατικής εξουσίας. Άρα αυτή η εξουσία έχει θεσπιστεί για το καλό όλων και όχι για την ιδιωτική ωφέλεια αυτών, στους οποίους έχει ανατεθεί.

Άρθρο 13 – Για τη συντήρηση της κρατικής εξουσίας και για τα έξοδα της διοίκησης μια κοινή συνεισφορά είναι αναγκαία. Η συνεισφορά αυτή πρέπει να είναι κατανεμημένη με δικαιοσύνη στους πολίτες, ανάλογα με τις δυνατότητές τους

Άρθρο 14 – Όλοι οι πολίτες έχουν το δικαίωμα, αυτοπροσώπως ή με τους αντιπροσώπους τους, ν’αποδέχονται ελεύθερα την αναγκαιότητα της δημόσιας εισφοράς, να παρακολουθούν τη χρήση της και να καθορίζουν την ποσότητα, τη διάθεση, την είσπραξη και τη διάρκειά της.

Άρθρο 15 – Η κοινωνία έχει το δικαίωμα να ζητήσει ευθύνη από κάθε δημόσιο λειτουργό για τον τρόπο που άσκησε το λειτούργημά του.

Άρθρο 16 – Κάθε κοινωνία η οποία δεν έχει εξασφαλίσει τα δικαιώματα των πολιτών της και δεν έχει καθορίσει με ακρίβεια τη διάκριση των εξουσιών, δεν μπορεί να θεωρηθεί οργανωμένη.

Άρθρο 17 – Επειδή η ιδιοκτησία είναι ένα απαραβίαστο και ιερό δικαίωμα κανείς δεν μπορεί να τη στερηθεί παρά μόνο σε περίπτωση δημόσιας ανάγκης που έχει καθορισθεί από το νόμο και φυσικά με την προϋπόθεση να καταβληθεί προηγουμένως στον κάτοχο μια δίκαιη αποζημίωση».

Déclaration des Droits de l’Homme et du Citoyen de 1789

Les représentants du peuple français, constitués en Assemblée nationale, considérant que l’ignorance, l’oubli ou le mépris des droits de l’homme sont les seules causes des malheurs publics et de la corruption des gouvernements, ont résolu d’exposer, dans une déclaration solennelle, les droits naturels, inaliénables et sacrés de l’homme, afin que cette déclaration, constamment présente à tous les membres du corps social, leur rappelle sans cesse leurs droits et leurs devoirs ; afin que les actes du pouvoir législatif, et ceux du pouvoir exécutif, pouvant être à chaque instant comparés avec le but de toute institution politique, en soient plus respectés; afin que les réclamations des citoyens, fondées désormais sur des principes simples et incontestables, tournent toujours au maintien de la Constitution et au bonheur de tous.

En conséquence, l’Assemblée nationale reconnaît et déclare, en présence et sous les auspices de l’Être suprême, les droits suivants de l’homme et du citoyen.

Article 1er

Les hommes naissent et demeurent libres et égaux en droits. Les distinctions sociales ne peuvent être fondées que sur l’utilité commune.

Article 2

Le but de toute association politique est la conservation des droits naturels et imprescriptibles de l’homme. Ces droits sont la liberté, la propriété, la sûreté, et la résistance à l’oppression.

Article 3

Le principe de toute souveraineté réside essentiellement dans la nation. Nul corps, nul individu ne peut exercer d’autorité qui n’en émane expressément.

Article 4

La liberté consiste à pouvoir faire tout ce qui ne nuit pas à autrui : ainsi, l’exercice des droits naturels de chaque homme n’a de bornes que celles qui assurent aux autres membres de la société la jouissance de ces mêmes droits. Ces bornes ne peuvent être déterminées que par la loi.

Article 5

La loi n’a le droit de défendre que les actions nuisibles à la société. Tout ce qui n’est pas défendu par la loi ne peut être empêché, et nul ne peut être contraint à faire ce qu’elle n’ordonne pas.

Article 6

La loi est l’expression de la volonté générale. Tous les citoyens ont droit de concourir personnellement, ou par leurs représentants, à sa formation. Elle doit être la même pour tous, soit qu’elle protège, soit qu’elle punisse. Tous les citoyens étant égaux à ses yeux sont également admissibles à toutes dignités, places et emplois publics, selon leur capacité, et sans autre distinction que celle de leurs vertus et de leurs talents.

Article 7

Nul homme ne peut être accusé, arrêté ni détenu que dans les cas déterminés par la loi, et selon les formes qu’elle a prescrites. Ceux qui sollicitent, expédient, exécutent ou font exécuter des ordres arbitraires, doivent être punis ; mais tout citoyen appelé ou saisi en vertu de la loi doit obéir à l’instant : il se rend coupable par la résistance.

Article 8

La loi ne doit établir que des peines strictement et évidemment nécessaires, et nul ne peut être puni qu’en vertu d’une loi établie et promulguée antérieurement au délit, et légalement appliquée.

Article 9

Tout homme étant présumé innocent jusqu’à ce qu’il ait été déclaré coupable, s’il est jugé indispensable de l’arrêter, toute rigueur qui ne serait pas nécessaire pour s’assurer de sa personne doit être sévèrement réprimée par la loi.

Article 10

Nul ne doit être inquiété pour ses opinions, même religieuses, pourvu que leur manifestation ne trouble pas l’ordre public établi par la loi.

Article 11

La libre communication des pensées et des opinions est un des droits les plus précieux de l’homme : tout citoyen peut donc parler, écrire, imprimer librement, sauf à répondre de l’abus de cette liberté dans les cas déterminés par la loi.

Article 12

La garantie des droits de l’homme et du citoyen nécessite une force publique : cette force est donc instituée pour l’avantage de tous, et non pour l’utilité particulière de ceux auxquels elle est confiée.

Article 13

Pour l’entretien de la force publique, et pour les dépenses d’administration, une contribution commune est indispensable : elle doit être également répartie entre tous les citoyens, en raison de leurs facultés.

Article 14

Tous les citoyens ont le droit de constater, par eux-mêmes ou par leurs représentants, la nécessité de la contribution publique, de la consentir librement, d’en suivre l’emploi, et d’en déterminer la quotité, l’assiette, le recouvrement et la durée.

Article 15

La société a le droit de demander compte à tout agent public de son administration.

Article 16

Toute société dans laquelle la garantie des droits n’est pas assurée, ni la séparation des pouvoirs déterminée, n’a point de Constitution.

Article 17

La propriété étant un droit inviolable et sacré, nul ne peut en être privé, si ce n’est lorsque la nécessité publique, légalement constatée, l’exige évidemment, et sous la condition d’une juste et préalable indemnité.