Φτάσαμε τον Νοέμβριο του 2017 στον καταυλισμό Ουτσιπράνγκ στα νότια του Μπανγκλαντές, όπου ζουν 25.000 από τους συνολικά 900.000 Ροχίνγκια που έχουν καταφύγει στο Μπαγκλαντές.

Όσο και αν προετοιμάζεται κανείς πριν από μία αποστολή, ποτέ δεν μπορεί να είναι έτοιμος για ό,τι θα αντικρίσει. Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση είναι το βλέμμα αυτών των ανθρώπων. Κοιτάζουν βαθιά στα μάτια και διψούν για επικοινωνία και βοήθεια. Η φτώχεια είναι ασύλληπτη. Υπάρχουν άνθρωποι που δίνουν μάχη μέρα με την ημέρα απλώς για να επιβιώσουν.

Οι Ροχίνγκια ήταν κυρίως αγρότες και κτηνοτρόφοι στην πατρίδα τους, η τροφή τους ήταν εξασφαλισμένη. Είναι σπαραξικάρδιο να τους βλέπεις τώρα να εξαϋλώνονται στους καταυλισμούς, όπου αντιμετωπίζουμε περιστατικά υποσιτισμού και βλέπουμε ανθρώπους να καταρρέουν, ακόμα και παιδιά.

Κάθε μέρα ένα θέαμα με σόκαρε: στις δύο το μεσημέρι παιδιά μικρότερα των 10 ετών έτρεχαν μέσα στις λάσπες, έπεφταν, ποδοπατούνταν προκειμένου να σχηματίσουν ουρά για το συσσίτιο που διανέμει ο στρατός του Μπαγκλαντές: μια χούφτα ρύζι και ένα κομμάτι κρέας μόνο για τα παιδιά. Μια μέρα επισκεφθήκαμε τη σκηνή μιας ασθενούς που έπασχε από σοβαρή ασθένεια, ώστε να βεβαιωθούμε πως το παιδί της θα πάρει κι εκείνο το χάπι που έπρεπε για να προστατευθεί. «Όχι τώρα» μας είπε η μητέρα «πρέπει να πάει για το φαγητό του». Και πραγματικά δεν ξέρει κανείς πώς να ιεραρχήσει τις ανάγκες υπό αυτές τις συνθήκες. Τι θα έσωζε το παιδί εκείνη τη στιγμή;

Οι Ροχίνγκια δεν έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν άσυλο και να γίνουν πρόσφυγες. Δεν έχουν δικαίωμα στην ανώτερη εκπαίδευση, σε ταξιδιωτικά έγγραφα, στην εργασία, στην έκφραση. Έχουν δικαίωμα μόνο να φάνε, να πιουν νερό και να κάνουν μπάνιο. Πολλές φορές ούτε κι αυτό. Ζουν σε παραπήγματα.

Ένα «σπίτι» που για πάτωμα έχει λίγο τσιμέντο και περιμετρικά οριοθετείται από κορμούς μπαμπού και για οροφή έχει ένα φύλλο πλαστικού. Οι άνθρωποι κοιμούνται στο τσιμέντο και προσπαθούν να μαγειρέψουν κάτι για την οικογένειά τους σε ένα αυτοσχέδιο κουζινάκι. Η ανθρωπιστική βοήθεια παρέχει κάποιες βασικές πρώτες ύλες, όπως ρύζι και λάδι. Τα «σπιτάκια» βρίσκονται διάσπαρτα πάνω στους λοφίσκους, η λάσπη είναι τόσο πηχτή που εμείς, με τις μπότες, γλιστράμε. Οι Ροχίνγκια φρόντισαν ωστόσο να φτιάξουν έναν ξύλινο διάδρομο από κορμούς δέντρων μέσα στις λάσπες, εκεί πάνω τοποθετούν μια πλαστική καρέκλα ώστε να μεταφέρουν τους σοβαρά ασθενείς τους από τους λόφους κάτω στα ιατρεία.

Ένα τέτοιο σπίτι έπρεπε να επισκεφθούμε μια μέρα για να ανακοινώσουμε σε μια μητέρα πως η επτάχρονη κόρη της έχασε τη μάχη με τη διφθερίτιδα. Ένα τέτοιο σπίτι έπρεπε να επισκεφθούμε για να ενημερώσουμε την οικογένεια μιας εικοσάχρονης παραπληγικής κοπέλας σχετικά με τον τρόπο που θα μπορούσαμε να διακόψουμε την κύησή της, αποτέλεσμα του βιασμού της.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ δυο κορίτσια στο νοσοκομείο, έξι και δώδεκα ετών, στο πλευρό του άρρωστου πατέρα τους. Ρωτήσαμε τα παιδιά αν θέλουν φαγητό. Απάντησαν αρνητικά γιατί νόμιζαν πως έπρεπε να πληρώσουν, βλέπετε οι Ροχνίνγκια έχουν μάθει να πληρώνουν για τα πάντα. Τους εξηγήσαμε ότι δεν θα πλήρωναν και τότε τα παιδιά έφαγαν το φαγητό μέσα σε λίγα λεπτά. Κάθονταν εκεί, στο πλευρό του πατέρα τους και τον περιποιούνταν, προσεύχονταν· μέχρι που τον έχασαν και έμειναν ορφανά.

Στο τέλος αυτής της εβδομάδας επιστρέφω και πάλι στο Μπαγκλαντές. Οι δικοί μου άνθρωποι με ρωτούν «γιατί;». Ο λόγος είναι πάντα ο ίδιος: γιατί υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκονται σε ανάγκη.

Κι εσείς κάνετε το ίδιο. Με την υποστήριξή σας μας δίνετε τη δυνατότητα να παρέχουμε ιατρική φροντίδα, να εμβολιάζουμε τους ευάλωτους πληθυσμούς, να εξασφαλίζουμε πόσιμο νερό και να συμπαραστεκόμαστε σ’ ανθρώπους που δοκιμάζονται σε ακραίες καταστάσεις.

Σας ευχαριστώ από καρδιάς για την προσφορά σας.

*Η Δώρα Χαντζή, είναι Υπεύθυνη Προαγωγής Υγείας στο Μπαγκλαντές των Γιατρών Χωρίς Σύνορα

Το άρθρο μαρτυρία δημοσιεύθηκε στο τεύχος 98 του περιοδικού «Χωρίς Σύνορα»