«Η Ρομάνα, τυλιγμένη μέσα στο πράσινο μαντήλι της, κρατάει προστατευτικά το κεφάλι του μωρού της και το φέρνει στο πρόσωπό της για να το φιλήσει. Είναι μόλις 17 χρόνων κι έχει έρθει μαζί με την αδελφή της στην κλινική των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Γκογιαλμάρα για να αναζητήσει βοήθεια για το νεογέννητο μωρό της. Ο γιος της είναι μόλις 27 ημερών και υποφέρει από λοίμωξη του ουροποιητικού.

Η Ρομίνα έχει φουσκώσει ένα πλαστικό ιατρικό γάντι και το χρησιμοποιεί αντί για πιπίλα προκειμένου να ξεγελά το μωρό και να ανακουφίζει το κλάμα του. Τη ρωτάω αν μπορώ να τη φωτογραφήσω και συγκατανεύει. Στήνεται μαζί με την αδελφή της μπροστά στον φακό και χαμογελούν ενώ το μωρό έχει αποκοιμηθεί στα πόδια της.

Συνάντησα τη Ρομάνα τον Ιούλιο του 2018 στο νοσοκομείο με τις πράσινες στέγες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Γκογιαλμάρα. Είχα επισκεφτεί την αποστολή της οργάνωσης στο Μπανγκλαντές για να φωτογραφίσω και να βιντεοσκοπήσω την κρίση των Ροχίνγκια. Τότε συμπληρωνόταν περίπου ένας χρόνος από την έξοδό τους από τη Μιανμάρ. Περίπου 1.000.000 Ροχίνγκια είχαν εκδιωχθεί από τη γειτονική χώρα και είχαν βρει καταφύγει στην περιοχή Κοξ Μπαζάρ, στο ΝΑ Μπανγκλαντές. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα είχαν ξεκινήσει ήδη προγράμματα εκεί για να τους υποστηρίξουν.

Οι Ροχίνγκια ζούσαν σε τεράστιους καταυλισμούς και οι συνθήκες διαβίωσής τους ήταν πολύ δύσκολες. Η περιορισμένη πρόσβασή τους σε καθαρό νερό, η έλλειψη αποχέτευσης, η περιορισμένη ιατρική φροντίδα και οι βροχές των μουσώνων έκαναν ακόμη πιο δύσκολες τις απάνθρωπες συνθήκες που ζούσαν και ευνοούσαν την έξαρση ασθενειών θέτοντας σε κίνδυνο τους πιο ευάλωτους, ιδιαίτερα τα παιδιά.

Όση ώρα φωτογράφιζα τη Ρομάνα και μιλούσα μαζί της με τη βοήθεια μιας πολιτισμικής διαμεσολαβήτριας των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, θεωρούσα ότι είναι και η ίδια Ροχίνγκια πρόσφυγας καθώς οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα είχαν στήσει αυτό το νοσοκομείο για να καλύψουν τις ανάγκες των Ροχίνγκια που ζούσαν στους κοντινούς καταυλισμούς. Σε μια στιγμή της κουβέντας μας, όμως, μου ανέφερε ότι η ίδια ήταν από το Μπανγκλαντές. Ότι το σπίτι της ήταν κοντά στην κλινική των Γιατρών Χωρίς Σύνορα και αυτή ήταν η μόνη ιατρική δομή που υπήρχε σε μεγάλη ακτίνα και μάλιστα χωρίς να χρειαστεί να πληρώσει. Οπότε ενώ αυτή η κλινική είχε δημιουργηθεί για τις ανάγκες των προσφύγων και δεχόταν κυρίως Ροχίνγκια, σε αυτήν μπορούσε να αναζητήσει φροντίδα και οποιοσδήποτε από την τοπική κοινωνία τη χρειαζόταν.

Σε αυτό το νοσοκομείο, το οποίο αρχικά είχε ξεκινήσει να λειτουργεί ως κέντρο για την αντιμετώπιση της διφθερίτιδας λόγω της επιδημίας που είχε ξεσπάσει λίγους μήνες πριν, οι μητέρες έφερναν τα παιδιά τους συνήθως με λοιμώξεις του αναπνευστικού, δερματικές παθήσεις, γαστρεντερικά προβλήματα κ.ά. Οι περισσότερες δεν ήταν πολύ χαρούμενες που βρίσκονταν εκεί και γιατί είχαν την αγωνία των υπόλοιπων παιδών τους που είχαν αφήσει στο σπίτι αλλά και γιατί έτσι κι αλλιώς δεν ήταν εξοικειωμένες με την ιατρική φροντίδα, καθώς στη Μιανμάρ οι Ροχίνγκια δεν είχαν πρόσβαση σε αυτήν. Θυμάμαι πόσο με είχε εντυπωσιάσει η κουβέντα με την παιδίατρο των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, η οποία μου έλεγε ότι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που είχε να αντιμετωπίσει η οργάνωση ήταν το να πειστούν οι μητέρες να μεταφέρουν τα άρρωστα παιδιά τους στο νοσοκομείο και να τα αφήσουν εκεί για όσο διάστημα απαιτεί η θεραπεία τους.»