Τρεις γυναίκες, τρεις ιστορίες, ένας καθημερινός αγώνας των προσφύγων του Ιτούρι που έκαναν το επικίνδυνο ταξίδι, διασχίζοντας τη λίμνη Άλμπερτ, μέχρι να φτάσουν στην Ουγκάντα.

Συνολικά 57.000 άνθρωποι εγκατάλειψαν τα σπίτια τους από τα μέσα Δεκεμβρίου εξαιτίας της αναζωπύρωσης της βίας στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.

Η Αρεΐτι είναι μητέρα επτά παιδιών. Το πρωί που ξέσπασε η βία στο χωριό Τζο, δεν είχε χρόνο για να προετοιμάσει τη φυγή της οικογένειας.

«Οι άντρες που επιτέθηκαν φορούσαν μάσκες και κρατούσαν τσεκούρια, ματσέτες και όπλα με τα οποία σκότωναν τους ανθρώπους στη σπαρασσόμενη από συγκρούσεις επαρχία Ιτούρι» λέει. «Επιτέθηκαν στο χωριό μας πριν από τα Χριστούγεννα και έτσι περάσαμε τις γιορτές στο δρόμο».

Η Αρεΐτι και έξι από τα παιδιά της έκαναν το επικίνδυνο ταξίδι μέχρι τις όχθες της λίμνης Άλμπερτ. Ο άντρας της και ένα από τα παιδιά έμειναν πίσω.

«Φύγαμε (από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό) με τη δύση του ηλίου. Το πέρασμα ήταν δύσκολο. Φυσούσε δυνατός αέρας και δυσκολευτήκαμε να φτάσουμε απέναντι, αλλά μας βοήθησε ο Θεός και γλιτώσαμε» λέει, καθώς ετοιμάζει το λιγοστό φαγητό που έχει για να φάνε τα παιδιά της.

Για να πληρώσουν τους ψαράδες που τους πέρασαν απέναντι, αναγκάστηκαν να πουλήσουν τη μοναδική κατσίκα τους.  Η Aρεΐτι και έξι από τα παιδιά της ζουν από τον Φεβρουάριο στην Ουγκάντα ως πρόσφυγες και επιβιώνουν με ελάχιστα μέσα.

Για την ίδια, ο πόνος του εκτοπισμού γίνεται μεγαλύτερος από το γεγονός ότι η βία τη χώρισε από τον άντρα της και ένα από τα παιδιά της. Ελπίζουν να επανενωθούν, παρόλο που είναι δύσκολο να βρεθεί οδός διαφυγής, καθώς συνεχίζονται οι σφαγές στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.

Όταν οι οικογένειες, όπως αυτή της Αρεΐτι, φτάνουν στην όχθη από την πλευρά της Ουγκάντας, μεταφέρονται με λεωφορεία στο κέντρο υποδοχής στο Καγκόμα για καταγραφή. Αυτό μπορεί να κρατήσει εβδομάδες, καθώς το κέντρο είναι υπερπλήρες και φιλοξενεί 6.000 ανθρώπους σε έναν χώρο που έχει σχεδιαστεί για μερικές εκατοντάδες.

Πολλοί από όσους φτάνουν εδώ δεν έχουν πού να κοιμηθούν, παρά μόνο σε αυτοσχέδια υπόστεγα από ξύλα και μουσαμάδες.

Στα υπόστεγα αυτά, άντρες, γυναίκες και παιδιά όλων των ηλικιών μοιράζονται στρώματα και ψάθες από μπαμπού και κοιμούνται πλάτη με πλάτη για να χωρέσουν.

Όσοι ήταν τυχεροί, μπόρεσαν να φέρουν μαζί τους πλαστικές καρέκλες, μπιτόνια και κουβάδες από το Κονγκό. Οι περισσότεροι μόνο με τα ρούχα που φοράνε.

Σε αυτές τις επισφαλείς συνθήκες και με περιορισμένη πρόσβαση σε καθαρό νερό και τουαλέτες, καθώς ο αριθμός των νέων αφίξεων ξεπέρασε τις δυνατότητες των δομών υποδοχής, η επιδημία χολέρας που άρχισε να εξαπλώνεται στα μέσα Φεβρουαρίου έχει στοιχίσει τη ζωή πολλών ευάλωτων προσφύγων.

Στο τέλος του Μαρτίου, είχαν καταγραφεί ήδη τουλάχιστον 39 θάνατοι και 1.955 σοβαρά κρούσματα χολέρας που νοσηλεύτηκαν σε εξειδικευμένα θεραπευτικά κέντρα. Ακόμη, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος επιδημίας ιλαράς. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουν ανοίξει μια κλινική για ασθενείς μέσα στο κέντρο υποδοχής και εμβολιάζουν κατά της ιλαράς όλα τα παιδιά που φτάνουν εκεί, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος αυτός.

Για τη Ζανέτ, μια 30χρονη μητέρα τριών μικρών παιδιών, η άφιξη της στο Καγκόμα στις 9 Μαρτίου δεν ήταν μεγάλη ανακούφιση.

«Δεν έχουμε τίποτα, δεν έχω ούτε κούπες για να πίνουμε νερό» λέει η Ζανέτ, που η οικογένειά της έφυγε από το χωριό Tκόμια της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό.

Ο άντρας της αγνοείται λόγω της βίας στο Ιτούρι. «Τα παιδιά μου κι εγώ υποφέρουμε εδώ. Το ένα είναι άρρωστο. Έχουμε όλοι προβλήματα» λέει, καθώς βρίσκεται σε μια κλινική των Γιατρών Χωρίς Σύνορα για να ζητήσει ιατρικές συμβουλές.

Όπως τον καθένα εδώ, τη στοιχειώνουν οι εικόνες από τις βιαιοπραγίες, ενώ αγωνίζεται να κρατήσει τα παιδιά της ζωντανά και υγιή. «Πολλοί σκοτώθηκαν από σφαίρες, και μερικά από τα πτώματα ήταν κομμένα στη μέση με τσεκούρι. Άλλοι χτυπήθηκαν με βέλη» λέει.

Η Ζανέτ θυμάται ότι όταν μπήκε σε μια βάρκα με τα παιδιά της και γύρισε να δει πίσω της, ολόκληρα χωριά καίγονταν.

Παρόλο που η ίδια και τα παιδιά της δεν κινδυνεύουν πλέον από τη βία, πρέπει τώρα να περιμένουν υπομονετικά να καταγραφούν πριν μεταφερθούν στον καταυλισμό.

Ο καταυλισμός του Μαρατάτου, που δεν απέχει πολύ από το κέντρο υποδοχής, βρίσκεται σε μια εύφορη περιοχή της δυτικής Ουγκάντας, 250 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα, την Kαμπάλα. Περισσότεροι από 75.000 πρόσφυγες ζουν σε καταυλισμούς της περιοχής, από τους οποίους οι 40.000 περίπου είναι νέες αφίξεις από το Ιτούρι, κυρίως γυναίκες και παιδιά.

Στον καταυλισμό, το προσωπικό δίνει μουσαμάδες σε όσους φτάνουν για να φτιάξουν τις αυτοσχέδιες σκηνές στις οποίες θα μένουν τις πρώτες εβδομάδες τουλάχιστον. Όσοι είναι εδώ περισσότερο καιρό μαζεύουν ξύλα και προσπαθούν να φτιάξουν πιο μόνιμες κατασκευές.

Η βασική διαφορά ανάμεσα στον καταυλισμό και το κέντρο υποδοχής είναι ότι ο καταυλισμός είναι πολύ πιο ήσυχος και ότι υπάρχει χώρος, προς το παρόν, για όλους. Όμως οι ιστορίες που αφηγούνται οι πρόσφυγες εδώ είναι εξίσου φρικτές.

Η 42χρονη Εμμανουέλα, έφυγε από το Ιτούρι με τον άντρα της και τα πέντε παιδιά τους, όταν ένοπλοι επιτέθηκαν στο χωριό Τάρα τις ημέρες των Χριστουγέννων του 2017.

«Η αδελφή μου σκοτώθηκε με σφαίρα στο κεφάλι και ο αδελφός μου με ματσέτα» λέει. «Έτρεχαν για να ξεφύγουν από μια ομάδα ενόπλων και τους σκότωσαν στο δάσος».

Η Εμμανουέλα και η οικογένειά της ζουν τώρα στο Mαρατάτου, χωρίς προοπτική να γυρίσουν σπίτι τους. Η κατάσταση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό δεν δείχνει σημάδια ύφεσης και οι πρόσφυγες δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να αποδεχτούν το γεγονός ότι θα είναι μακριά από το σπίτι τους για άγνωστο διάστημα.

Έτσι, προς το παρόν, προσπαθεί να είναι όσο το δυνατόν καλύτερη μητέρα για τα παιδιά της.

«Οι ΜΚΟ μάς δίνουν τρόφιμα, υποτίθεται ότι φτάνουν για έναν μήνα. Σε δύο εβδομάδες όμως έχουν τελειώσει» λέει. «Η έλλειψη τροφίμων κάνει ορισμένους να κλέβουν».

Όμως η Εμμανουέλα δεν το βάζει κάτω. Δίπλα στη σκηνή τους έχει φυτέψει φασολιές για να ταΐσει τα παιδιά της. «Θα κάνω υπομονή μέχρι να μεγαλώσουν. Δεν έχω άλλη επιλογή».

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα στην Ουγκάντα

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα εργάζονται μέσα και γύρω από την πόλη Μπούνια, στις όχθες της λίμνης και γύρω από την πόλη Μαχάγκι. Στην Μπούνια οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα υποστηρίζουν την παροχή βασικής φροντίδας υγείας σε τρία κέντρα υγείας και βοηθούν στην παραπομπή σοβαρών περιστατικών από πιο απομονωμένες κλινικές. Ομάδες έχουν αναλάβει επίσης εργασίες ύδρευσης και αποχέτευσης σε δύο καταυλισμούς στην πόλη, ενώ πραγματοποιούν και διανομές ειδών πρώτης ανάγκης.

Από τα μέσα Φεβρουαρίου 6.000 ασθενείς έχουν λάβει περίθαλψη στην κλινική που λειτουργούν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα όλο το 24ωρο, 7 ημέρες την εβδομάδα στο κέντρο υποδοχής του Καγκόμα. Πάνω από 15.000 παιδιά και γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία έχουν εμβολιαστεί.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα λειτουργούν, επίσης, ένα κέντρο σταθεροποίησης στο Μπουχούκα και σημεία ενυδάτωσης από το στόμα (στο Νικόντο και το Μαρατάτου), κατασκεύασαν μια εγκατάσταση επεξεργασίας νερού για καλύτερη πρόσβαση των ανθρώπων που κινδυνεύουν σε καθαρό νερό, πραγματοποιούν διανομή νερού με υδροφόρες και επιδημιολογική επιτήρηση, ενώ κατασκεύασαν και επιπλέον τουαλέτες.