*του Παναγιώτη Ζάννη

Για κάποιους ίσως φαίνεται τρομακτικό, αλλά είναι η αλήθεια! Είσαι μέλος σε κάποιο τοπικό σύλλογο του χωριού ή σε εξωραϊστικό σύλλογο; Σε επαγγελματικό σωματείο ή συνδικάτο; Ερασιτεχνικό αθλητικό σωματείο; Θρησκευτική οργάνωση; πολιτιστικό σύλλογο; Οικολογικό σωματείο; Επιστημονικό σωματείο; Σύλλογο αποφοίτων, μεταναστών, απόδημων, ατόμων με αναπηρίες; Όπως αντιλαμβάνεται  αναγνώστης θα μπορούσα να ρωτάω για πολλές σειρές ακόμα.

Τις αποκαλούμε στην καθημερινότητά μας ως ενώσεις, συλλόγους, σωματεία, εθελοντικές οργανώσεις, λέσχες και με ποικίλους άλλους τρόπους. Η συντριπτική πλειονότητα αυτών έχουν τη νομική μορφή του σωματείου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας. Επίσης στις Μ.Κ.Ο. συμπεριλαμβάνονται και τα κοινωφελή ιδρύματα.

Επομένως, για όλους αυτούς που τις θεωρούν «νέα εισαγόμενα φρούτα» τους πληροφορώ ότι δεν είναι, και υπάρχουν σε κάθε κοινωνία. Απλά ο όρος είναι πιο σύγχρονος και διαδίδεται στη χώρα μας τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια. Είναι πρωτοβουλίες ανθρώπων και ομάδων που έχουν κάποιον συλλογικό σκοπό, και σκοπός τους δεν είναι το κέρδος (μη κερδοσκοπικές), δεν ανήκουν στο κράτος (μη κρατικές –μη κυβερνητικές) και έχουν επίσημο χαρακτήρα (νομική οντότητα) σε σχέση με τις άτυπες ομάδες, παρέες, κινήματα κ.λπ.

Στη διεθνή βιβλιογραφία αποκαλούνται Τρίτος Τομέας, μη κερδοσκοπικός τομέας, οργανωμένη κοινωνία των πολιτών, όπως και με άλλους όρους. Ας ξεδιαλύνουμε πρώτα ορισμένα βασικά ζητήματα:

Είναι δυνατόν μία Μ.Κ.Ο. να έχει κέρδος;

Φυσικά! Κάθε επίσημη οργάνωση (νομικό πρόσωπο) που στον ετήσιο απολογισμό έχει περισσότερα έσοδα από έξοδα θεωρούμε ότι έχει παράξει λογιστικό κέρδος. Η διαφορά με μία κερδοσκοπική επιχείρηση είναι ότι κάθε πιθανό κέρδος/πλεόνασμα απαγορεύεται να διανεμηθεί σε εταίρους ή στα μέλη της και υπάρχει η υποχρέωση να επανεπενδυθεί για την επίτευξη των σκοπών της.

«Πως γίνεται να πληρώνονται κάποια ή όλα τα μέλη της;

Η απάντηση είναι αυτονόητη, αλλά για ελληνικά δεδομένα λίγο δυσνόητη. Σε κάθε νομικό πρόσωπο οι αμοιβές του προσωπικού εντάσσονται στο κόστος λειτουργίας όπως τα ενοίκια, το ηλεκτρικό ρεύμα κ.α. Δεν συνιστούν κέρδος που διανέμεται. Άλλο είναι το κέρδος, άλλο η αμοιβή. Επειδή στην Ελλάδα συγχέουμε το «πόσα κερδίζεις» με το «πόσα αμείβεσαι» έχουμε υποπέσει στο σφάλμα να τα θεωρούμε ταυτόσημα. Μπορεί να αμείβεσαι για την αξία της εργασίας που προσφέρεις. Κερδίζεις όταν αποκομίζεις υπεραξία από της εργασία των άλλων ή από την περιουσία που διαθέτεις. Κατά συνέπεια και στις Μ.Κ.Ο. όχι μόνον είναι νόμιμο και φυσιολογικό να απασχολούνται κάποιοι ή όλοι σε αυτή, αλλά παρέχεται και η δυνατότητα να δημιουργηθούν χιλιάδες νέες θέσεις απασχόλησης καταπολεμώντας σημαντικά την ανεργία.

Η Εθελοντική, είναι μη αμειβόμενη εργασία. Στις ανεπτυγμένες χώρες είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη, ενώ στη δική μας παραμένει συγκριτικά χαμηλή. Η εθελοντική προσφορά σε μία κοινωνία είναι ανάλογη με το γενικότερο μορφωτικό και βιοτικό επίπεδο, την κοινωνική εμπιστοσύνη, το κοινωνικό κεφάλαιο, όπως και την κουλτούρα της συλλογικής δράσης που είναι ενσωματωμένη στις ανθρώπινες σχέσεις. Δυστυχώς στην Ελλάδα όλοι αυτοί οι παράμετροι είναι πιο αδύναμοι..

Στις Μ.Κ.Ο. συμμετέχουν απασχολούμενοι και εθελοντές σε ποικίλες αναλογίες. Η διαδεδομένη σε πολλούς αντίληψη ότι οι εθελοντές είναι «κοροΐδα που τους εκμεταλλεύονται» δεν θα μπορούσε να μην συνοδεύεται και από την σκωπτική ερώτηση: «Πως είσαι σε Μ.Κ.Ο. και πληρώνεσαι»; Ημιμάθεια και καχυποψία μαζί που αποτελεί το πιο επικίνδυνο μίγμα διαμόρφωσης αντιλήψεων….

Πως αυτοαποκαλούνται «μη κυβερνητικές» όταν χρηματοδοτούνται από το κράτος;

Μη κυβερνητικές ονομάζονται επειδή δεν ανήκουν στον κρατικό τομέα και όχι επειδή δεν έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτηθούν από το κράτος και από πολλές άλλες πηγές. Το κράτος χρηματοδοτεί – επιδοτεί ενίοτε επιχειρήσεις, τράπεζες, σωματεία και γενικότερα ποικίλες ατομικές ή συλλογικές πρωτοβουλίες με απώτερο σκοπό το δημόσιο όφελος.

Στη συγκριτική διακρατική έρευνα του πανεπιστημίου John Hopkins το 1997 σε 27 χώρες, αναδείχτηκε ότι το 40% των εσόδων των Μ.Κ.Ο. προέρχονται από το κράτος, το 49% από εμπορικές δραστηριότητες και ένα 11% από φιλανθρωπικές ενισχύσεις. Συνεπώς, η κρατική χρηματοδότηση αποτελεί κοινή πρακτική σε παγκόσμιο επίπεδο και παρέχεται κυρίως μέσω συμβολαίων για την παροχή συγκεκριμένου κοινωφελούς έργου (όπως προστασία δασών, υποστήριξη ευπαθών κοινωνικών ομάδων κ.α.). Δεν υπάρχει καμία χώρα στο σύγχρονο δυτικό κόσμο που να μην χρηματοδοτούνται σε ποικίλα πεδία δραστηριότητας.

Δυστυχώς για την «νεοελληνική σκέψη» είναι συχνά πιο ευκολοχώνευτο να επιδοτούνται οι κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, προβληματικές και μη, παρά οι Μ.Κ.Ο. που έχουν και κοινωνικό σκοπό και δημιουργούν νέες θέσεις απασχόλησης και συμβάλουν στο Α.Ε.Π. και φορολογούνται αναλογικά βαριά από το κράτος (ειδικά στην Ελλάδα). Κατανοούμε και δικαιολογούμε την επιδότηση στον κερδοσκόπο επιχειρηματία που όταν βγάλει κέρδος θα το βάλει στην τσέπη του, παρά τις Μ.Κ.Ο. που συμβάλουν στο συλλογικό όφελος ή στην επιβίωση ευπαθών κοινωνικών ομάδων επανατοποθετώντας το πιθανό κέρδος για την επέκταση ή βελτίωση των υπηρεσιών της και τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης. Οξύμωρο δεν είναι;

Η συμβολή τους στο Α.Ε.Π. είναι επίσης σημαντική. Ενδεικτικά τα προηγούμενα χρόνια ήταν 8,1% στον Καναδά 4,7% στη Γαλλία, 7,1% στο Ισραήλ (στοιχεία του Ο.Η.Ε.). Στην Ελλάδα όπως είναι αναμενόμενο δεν υπάρχουν ανάλογες μετρήσεις, καθώς η συμβολή τους στο σύστημα εθνικών λογαριασμών εντάσσεται σε ποικίλες κατηγορίες (ή πουθενά).

Επιμένοντας: «Ναι. Αλλά δεν είναι αντιδεοντολογικό ή ανήθικο όταν λαμβάνουν κρατικές ενισχύσεις»;

Εξαρτάται από το ποιοι τις λαμβάνουν και πως τις αξιοποιούν. Πρέπει να υπογραμμίσω ότι έχει αναπτυχθεί ένα ιδιόμορφο στερεότυπο στην κοινή γνώμη της χώρας μας ότι οι μη κυβερνητικές οργανώσεις είναι, ή οφείλουν να είναι, φύσει και πράξει,  ενάντια στο «κακό κράτος». Άρα να μην δέχονται ούτε τα λεφτά του. Αυτό αποτελεί ιδεοληψία, γιατί οι περισσότερες Μ.Κ.Ο. απλώς προσφέρουν υπηρεσίες. Ας μην ξεχνάμε ότι ονομάζεται μη κυβερνητικός και όχι αντικυβερνητικός τομέας, και απαρτίζεται από ποικίλες οργανώσεις με πολύ διαφορετικούς σκοπούς, πεδία δραστηριότητας και λογικές παρέμβασης. Και βέβαια όταν κάποιος εργάζεται π.χ. κοντά σε ανάπηρους ή ψυχικά ασθενείς, δεν τον ενδιαφέρει αν οι πόροι θα συγκεντρωθούν από ιδιώτες ή από το κράτος, αλλά να ανταποκριθεί στις ανάγκες τους, και κάθε οικονομική συμβολή είναι καλοδεχούμενη.

«Οι Μ.Κ.Ο. αποτελούν τον «Δούρειο Ίππο» του καπιταλισμού και της διάλυσης του κοινωνικού κράτους;

Μάλλον πρέπει πρώτα να απαντήσουμε στην ερώτηση: «Θέλουμε απλώς ένα κοινωνικό κράτος ή ένα κοινωνικό κράτος αποτελεσματικό»;

Αν επιλέγουμε το δεύτερο, οφείλουμε να κατανοήσουμε κάτι θεμελιώδες που ούτε σε ακαδημαϊκό επίπεδο έχει προβληματίσει στη χώρα μας: Τη διπλή φύση του κοινωνικού κράτους. Αφενός ως χρηματοδότης και αφετέρου ως παροχέας υπηρεσιών προς τους πολίτες. Ως χρηματοδότης ήταν και θα είναι αναντικατάστατος. Η ιδιωτικές δωρεές και ο εθελοντισμός σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την κρατική χρηματοδότηση. Όμως στην παροχή υπηρεσιών, σε αρκετές περιπτώσεις, προσφέρουν φθηνότερες και καλύτερης ποιότητας υπηρεσίες συγκριτικά με αντίστοιχους κρατικούς οργανισμούς. Αυτό δεν σημαίνει ούτε κατάλυση του κοινωνικού κράτους ούτε εμπορευματοποίηση. Σημαίνει ότι το κράτος σέβεται τα χρήματα των φορολογουμένων και τα αξιοποιεί πιο ορθολογικά προς όφελος όλων.

Στη θεωρία, «η αρχή της ουσιαστικής καταλληλότητας» επικεντρώνεται στην σύγκριση πλεονεκτημάτων διαφορετικών οργανωσιακών μορφών στην παροχή δημόσιων και ιδιωτικών αγαθών. Πρακτικά συνοψίζεται με την απάντηση στην ερώτηση: Ποιος είναι καταλληλότερος να προσφέρει το «χ» αγαθό; Η εύλογη απάντηση είναι «αυτός που το προσφέρει φθηνότερα και με καλύτερη ποιότητα». Οι πραγματικές Μ.Κ.Ο. συχνά είναι καταλληλότερες στην προσφορά κοινωνικών υπηρεσιών, στην οικολογία, στον πολιτισμό και σε άλλα πεδία δραστηριότητας που χαρακτηρίζονται από την πολιτική οικονομία ως «ημιαγορές» ή «μη αγορές».

Αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος δεν σημαίνει απαραίτητα κρατικοκεντρικό. Για παράδειγμα, στη Νορβηγία, που κατατάσσεται στο σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο κοινωνικής πολιτικής, οι κοινωνικές υπηρεσίες παρέχονται κυρίως από τις Μ.Κ.Ο. με την οικονομική στήριξη του κράτους. Όχι μόνον προσφέρουν συγκριτικά καλύτερη ποιότητας υπηρεσίες και με χαμηλότερο κόστος, αλλά έχει αποδειχτεί ιστορικά ότι αυτές ήταν που πίεσαν τις κυβερνήσεις για τη βελτίωση και την επέκταση του κοινωνικού κράτους. Οι υπέρμαχοι του κρατισμού οφείλουν να διερευνήσουν περισσότερο τη συγκεκριμένη προβληματική. Επιτυχημένο δεν είναι το κοινωνικό κράτος που απλά ξοδεύει πολλά χρήματα, αλλά όταν επιτυγχάνει να ανταποκριθεί καλύτερα στις ανάγκες των πολιτών.

Επίσης, τα εμπειρικά δεδομένα στο δυτικό κόσμο αποδεικνύουν ότι δεν αντικαθίσταται από τον Τρίτο Τομέα. Συνήθως δεν κλείνουν κρατικές δομές για να αναπτυχθούν Μ.Κ.Ο. Απλά το κράτος δεν επεκτείνεται περισσότερο σε νεότερες μορφές κοινωνικών υπηρεσιών, όπως Συνοδευτικές Υποστηριχτικές Υπηρεσίες, ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, mendoring, ομάδες αυτοβοήθειας, κατ’ οίκον βοήθεια κ.α. Είναι πεδία που θα λειτουργούσε με μεγάλο κόστος και χωρίς τις ανάλογες ωφέλειες για το κοινωνικό σύνολο. Στην ουσία το παραδοσιακό κοινωνικό κράτος επεκτείνεται πλέον μέσω του Τρίτου Τομέα.

Μ.Κ.Ο. και κονδύλια από το υπουργείο Εξωτερικών.

Από το 1996, ως μέλος του ΟΟΣΑ και άλλων διεθνών οργανισμών, η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να συνεισφέρει ένα μικρό μέρος του Α.Ε.Π. της ως αναπτυξιακή και ανθρωπιστική βοήθεια προς τις φτωχότερες χώρες. Το ποσοστό αυτό είναι κυμαινόμενο. Στην Ελλάδα το 2000, που εντάχθηκε στις αναπτυγμένες χώρες του κόσμου (το πώς, και αν έπρεπε, είναι άλλο ζήτημα) ήταν από 0,20%, έως 0,15% του Α.Ε.Π.. Οπότε μιλούμε για αρκετά εκατομμύρια την εποχή εκείνη. Ένα μεγάλο μέρος του ποσού αυτού διδόταν μέσω Μ.Κ.Ο., γιατί σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες είτε τα κράτη τους ήταν ληστρικά και θα διασπάθιζαν τα χρήματα ή δεν τα διέθεταν εκεί που διακρίνονταν μεγαλύτερες ανάγκες. Κατά συνέπεια, η ιδιωτική μη κερδοσκοπική πρωτοβουλία αποτελούσε έναν κύριο διαθέσιμο δίαυλο μεταφοράς πόρων και υλοποίησης προγραμμάτων. Ανάλογη είναι και η πρακτική όλων των άλλων αναπτυγμένων χωρών. Η Υ.Δ.Α.Σ. του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας ανέλαβε την ευθύνη του συντονισμού της χρηματοδότησης το 2002.

Το πρόβλημα ήταν ότι στην Ελλάδα οι Μ.Κ.Ο. με διεθνή δράση (εκτός από ελάχιστα παραρτήματα μεγάλων διεθνών) δεν ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένες και το ΥΠ.ΕΞ. δεν διέθετε τη σχετική τεχνογνωσία. Όμως «τα λεφτά ήταν πολλά» και μέσα σε ελάχιστο χρόνο 300 περίπου οργανώσεις γραφτήκαν στο σχετικό Μητρώο. Ορισμένες ήταν οι παραδοσιακές Μ.Κ.Ο., άλλες μικρότερες που λειτουργούσαν μόνον στην Ελλάδα και απλώς γραφτήκαν στο σχετικό Μητρώο μήπως και ενισχυθούν κάποια στιγμή οικονομικά, ενώ πολλές δημιουργήθηκαν «την προηγούμενη ημέρα». Οι άγνωστες (της προηγούμενης ημέρας) ήταν αυτές που ενισχύθηκαν κυρίως αυτά τα χρόνια με ορισμένους αετονύχιδες να πλουτίζουν και να κάνουν «ανθρωπιστική καριέρα».

Πόσες και τι είδους Μ.Κ.Ο. υπάρχουν στην Ελλάδα;

Κανένας δεν ξέρει πραγματικά. Εξαρτάται από τον ορισμό που χρησιμοποιείται σε κάθε περίπτωση. Για να ιδρυθούν απαιτείται η έγκριση του καταστατικού τους από τα δικαστήρια, όπως και η έναρξη εργασιών στην εφορία της περιοχής τους. Το βέβαιο είναι ότι έχουν δημιουργηθεί αρκετές δεκάδες χιλιάδες τα τελευταία τριάντα χρόνια, αλλά δεν γνωρίζουμε σήμερα πόσες από αυτές είναι ενεργές και πόσες όχι.

Από το 1990 και μέχρι πριν την κρίση είχαν δημιουργηθεί κάποιες νέες χιλιάδες ακολουθώντας το ανάλογο παγκόσμιο ρεύμα. Με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου αρκετοί Έλληνες δημιούργησαν οργανώσεις σε ποικίλα πεδία δραστηριότητας: Από την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέχρι την οικολογία, την κοινωνική πρόνοια, τον πολιτισμό και σε άλλα. Στη συντριπτική πλειονότητα δεν υπήρχε καν η προσδοκία για κρατικές ενισχύσεις. Γιατί πολύ απλά τότε ήταν σπάνιες. Στην πιο ανιδιοτελή εκδοχή, επιθυμούσαν να βοηθήσουν την κοινωνία, σε άλλη για να προωθήσουν συλλογικά κάποιο κοινό ενδιαφέρον (από τον φιλοτελισμό και τις τέχνες μέχρι την παρατήρηση του Αττικού ουρανού) είτε σε μία πιο «ιδιοτελή» περίπτωση για να γίνουν επιτέλους κάποιοι πρόεδροι. Ας θυμηθούμε και το κλασσικό ανέκδοτο, ότι στην Ομόνοια αν φωνάξεις «κύριε πρόεδρε» θα γυρίσουν οι μισοί! Βέβαια κάποιοι «εκλεκτοί» είχαν βρει από νωρίς έναν τον τρόπο να πλουτίσουν.

Οι Μ.Κ.Ο. είναι το μακρύ χέρι των πλουσίων και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για να διαμορφώνουν καθεστώτα και συνθήκες;

Σήμερα, για αρκετά διεθνή ιδρύματα και Μ.Κ.Ο. αυτό είναι αλήθεια. Αλλά υπάρχουν πολύ περισσότερες που δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με τέτοιους σκοπούς. Πιο παλιά οι υπερδυνάμεις είχαν άλλα μέσα για να παρεμβαίνουν, π.χ. απευθείας στους πολιτικούς (όπως και σήμερα), μέσω «εμπορικών αντιπροσώπων», ιεραποστολών κ.α. Η Σοβιετική Ένωση συνήθιζε μέσα από τα «κινήματα για την Ειρήνη». Εύλογα η διάδοση των Μ.Κ.Ο. παρέχει ένα ακόμα μέσο.

Αλλά οι επικριτές οφείλουν να λάβουν υπόψη ότι και το κίνημα του Seattle ενάντια στην οικονομική παγκοσμιοποίηση το 1999, οι Μ.Κ.Ο. ήταν αυτές που  πρωτοστάτησαν. Σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο δεκάδες χιλιάδες αντιμετωπίζουν την πείνα, τις ασθένειες, την καταστροφή του περιβάλλοντος και υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενάντια σε επιχειρήσεις και κυβερνήσεις. Είναι υποκριτικό να προβάλουμε τη μία όψη και όχι την άλλη.

*O Παναγιώτη Ζάννης είναι Δρ. Κοινωνιολογίας και Κοινωνικής Πολιτικής