της Κωνσταντίνας Μπρούσα*

Η 30η Ιουλίου έχει καθιερωθεί από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ως Παγκόσμια Ημέρα κατά της Εμπορίας Ανθρώπων. Το human trafficking, όπως διεθνώς καλείται, αποτελεί ένα από τα πιο σοβαρά και διαρκώς εξελισσόμενα διεθνή εγκλήματα, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί την ταχύτερα αναπτυσσόμενη εγκληματική βιομηχανία στον κόσμο. Η σύγχρονη αυτή μορφή σκλαβιάς λαμβάνει ποικίλες μορφές και συνοδεύεται από την άσκηση όχι μόνο σωματικής αλλά και ψυχικής βίας.

Ο ορισμός που δίνεται στο Πρωτόκολλο της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών  «για την Πρόληψη, Καταστολή και Τιμωρία της Διακίνησης Προσώπων, Ιδιαίτερα Γυναικών και Παιδιών-που συμπληρώνει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος» αποτελεί τον πληρέστερο μέχρι σήμερα και περιλαμβάνει όλες τις ενδεχόμενες μορφές του εγκλήματος αυτού. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 3 ορίζεται ως εμπορία η  «στρατολόγηση, μεταφορά, μετακίνηση, παροχή καταλύματος ή υποδοχή προσώπων με τη χρήση απειλής, βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, με απαγωγή, εξαπάτηση ή απάτη, παραπλάνηση ή απατηλά τεχνάσματα, κατάχρηση εξουσίας ή ευάλωτης θέσης, καθώς και με την παροχή ή απόδοση χρημάτων ή ωφελημάτων για να επιτευχθεί η συναίνεση ή η συγκατάθεση προσώπου που έχει τον έλεγχο ή την εξουσία άλλου προσώπου με σκοπό την εκμετάλλευση. Η εκμετάλλευση περιλαμβάνει τουλάχιστον την εκμετάλλευση της πορνείας ή άλλες μορφές γενετήσιας (σεξουαλικής) εκμετάλλευσης άλλου, την αναγκαστική εργασία ή την παροχή υπηρεσιών, τη δουλεία και πρακτικές όμοιες με αυτή, την υποτέλεια ή την αφαίρεση οργάνων του σώματος».

Το έγκλημα της εμπορίας προϋποθέτει τη συνεργασία διαφορετικών εγκληματικών ομάδων. Άλλοι είναι αυτοί που αναλαμβάνουν την στρατολόγηση των θυμάτων, άλλοι τη μεταφορά τους και άλλοι ασκούν τον απόλυτο έλεγχο εκμεταλλεύοντάς τους.

Η συνεργασία διαφορετικών εγκληματικών ομάδων, τόσο εντός μιας χώρας, όσο και διακρατικά, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την αποτελεσματικότητά τους και δυστυχώς και αποτρεπτικό πολλές φορές παράγοντα για την εξάρθρωση και της τιμωρία τους.

Η εμπορία ανθρώπων σήμερα σε νούμερα

Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη Παγκόσμια Έκθεση του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα, σήμερα υπάρχουν περισσότερα θύματα από ποτέ, εκ των οποίων μόνο ένας μικρός αριθμός διασώζεται τελικά. Την περίοδο 2003-2016 υπολογίζεται ότι περίπου 225.000 θύματα εντοπίστηκαν και διασώθηκαν, εκ των οποίων το 72% ήταν γυναίκες και μικρά κορίτσια. Σε ορισμένες μάλιστα περιοχές, όπως της Κεντρικής Αμερική, της Καραϊβικής καθώς και της Νότιας και Ανατολικής Ασίας το ποσοστό των θυμάτων που είναι μικρά κορίτσια είναι κατά πολύ υψηλότερο.

Την «πρώτη θέση» κατέχει σταθερά η σεξουαλική εκμετάλλευση, ενώ ακολουθεί η καταναγκαστική εργασία ως μορφή εμπορίας που εντοπίζεται κατά κόρον σε  χώρες της Μέσης Ανατολής και της Υποσαχάριας Αφρικής, εκεί που ο διαχωρισμός των θυμάτων ανά φύλο και ηλικία δεν κρίνεται καθοριστικός. Αδιαμφισβήτητα, και οι ένοπλες συρράξεις και τα επακόλουθα  μεταναστευτικά κύματα που έχουν δημιουργηθεί έχουν ευνοήσει ιδιαίτερα την «άνθιση» της δραστηριότητας των εμπόρων, κυρίως ως προς τη στρατολόγηση παιδιών για συμμετοχή στον πόλεμο, για παράνομες υιοθεσίες, για επαιτεία αλλά και για την εμπορία οργάνων.

Αποτέλεσμα εικόνας για human trafficking
Παρά το γεγονός πως τα περισσότερα δημοκρατικά κράτη του σύγχρονου κόσμου που έχουν κυρώσει το εν λόγω Πρωτόκολλο και διαθέτουν  αντίστοιχες εθνικές νομοθεσίες που τιμωρούν το έγκλημα αυτό, ωστόσο λίγη πρόοδος έχει σημειωθεί σε επίπεδο καταστολής και τιμωρίας των εγκληματιών. Ενδεικτικά είναι τα νούμερα της ‘Εκθεσης του ΟΗΕ που αναφέρουν πως τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι καταδίκες εμπόρων έχουν μειωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια, χωρίς φυσικά αυτό να καταδεικνύει και μειωμένη δραστηριότητα εμπορίας ανθρώπων. Την περίοδο 2014-2017 μόλις το 16% των χωρών σε παγκόσμια κλίμακα εξέδωσαν περισσότερες από 50 καταδικαστικές αποφάσεις, όταν το ίδιο νούμερο σκόραρε το 30% των χωρών την περίοδο 2012-2014.

Αυτό που πρέπει να μας διδάξουν αυτά τα νούμερα είναι η αναγκαιότητα για ολιστική αντιμετώπιση του εγκλήματος της εμπορίας ανθρώπων. Δεν αρκούν οι νομοθεσίες, αλλά απαιτείται και η άμεση δράση και η αποτελεσματική συνεργασία εθνικών αρχών και  φορέων, δημόσιων και ιδιωτικών για την πάταξη του εγκλήματος. Δεν είναι μάλιστα λίγες οι φορές που τα ίδια τα κράτη καταδικάστηκαν για την ολιγωρία και την αδυναμία να προστατέψουν θύματα  εμπορίας ανθρώπων και να καταδικάσουν τους δράστες. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η καταδίκη της χώρας μας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την περιβόητη υπόθεση με τους εργάτες στη Μανωλάδα. Συγκεκριμένα η Ελλάδα καταδικάστηκε για παραβίαση του άρθρου 4 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου καθώς, σύμφωνα με το Δικαστήριο απέτυχε εκπληρώσει τις θετικές υποχρεώσεις που απορρέουν από την προαναφερθείσα διάταξη.

Με απλά λόγια, αθέτησε τις υποχρεώσεις της για την πρόληψη καταστάσεων της εμπορίας ανθρώπων, την προστασία των θυμάτων και την αποτελεσματική διερεύνηση των τελούμενων εγκλημάτων και εν τέλει τιμωρία των δραστών. Η καταδίκη αυτή δεν ήταν η πρώτη για τη χώρα μας, καθώς και το 2016 η Ελλάδα καταδικάστηκε από το ΕΔΔΑ για παραβίαση της ίδιας διάταξης, μεταξύ άλλων καθώς η ολιγωρία των ελληνικών αρχών και το πέρας 8 μηνών  από την υποβολή έγκλησης μιας Νιγηριανής έως την άσκηση ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα, είχαν ως αποτέλεσμα την αδυναμία εντοπισμού των δραστών και την επακόλουθη καταδίκη τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για human trafficking
Όλα τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα πως πέρα από ένα σαφές και πλήρες νομοθετικό πλαίσιο που να απαγορεύει και να ποινικοποιεί κάθε παράνομη δράση εμπορίας ανθρώπων, απαιτείται ταυτόχρονα και η συνεργασία εθνικών αρχών και φορέων, για τη λήψη μέτρων προστασίας των θυμάτων, έρευνας και αποτροπής των διάφορων μορφών του εγκλήματος και εν γένει προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως αυτά αποτυπώνονται στα διεθνή κείμενα.

Η επαγρύπνηση και ο συντονισμός των εθνικών αρχών αλλά και η διακρατική συνεργασία αυτών οφείλουν να είναι οι ενδεδειγμένοι, όπως αρμόζουν στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες και κάθε ολιγωρία που οδηγεί σε αθέτηση των διεθνών υποχρεώσεων των κρατών θα πρέπει να επισύρει και την ευθύνη τους.

Η σημερινή Παγκόσμια Ημέρα κατά της Εμπορίας Ανθρώπων τονίζει την πρόκληση στην οποία καλούμαστε όλοι μας, τόσο ατομικά, όσο και ως μέλη της διεθνούς κοινωνίας  να ενισχύσουμε τις δυνάμεις και τις φωνές μας για να καταπολεμήσουμε το έγκλημα αυτό, να εντοπίσουμε και να προστατέψουμε τα θύματα και να οδηγήσουμε τους δράστες στην πλήρη ποινική καταδίκη τους.

*Η Κωνσταντίνα Π. Μπρούσα είναι Δικηγόρος LLM- ΑΜΔΣΘ 10845 
Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια (ADR-ODR Group UK), Υποψήφια Διδάκτωρ Νομικής ΑΠΘ