Ο καθηγητής ψυχολογίας Χέλμουτ Κέντλερ ξεκίνησε το «πείραμα» την δεκαετία του 1970, δίνοντας σκόπιμα παιδιά που δεν είχαν σπίτι σε παιδόφιλους άντρες.

Αυτοί οι άντρες θα γίνονταν εξαιρετικά στοργικοί ανάδοχοι γονείς, υποστήριζε ο Κέντλερ.    Έρευνα που πραγματοποίησε το πανεπιστήμιο Hildesheim διαπίστωσε πως οι αρχές του Βερολίνου εφάρμοζαν αυτή την πρακτική για σχεδόν 30 χρόνια, ενώ οι παιδόφιλοι ανάδοχοι πατέρες λάμβαναν μέχρι και τακτικό βοήθημα για την ανατροφή των παιδιών.

Ο Χέλμουτ Κέντλερ (1928-2008), που κατείχε σημαντική θέση στο κέντρο εκπαιδευτικής έρευνας του Βερολίνου, ήταν πεπεισμένος πως η σεξουαλική επαφή ανάμεσα ενήλικες και παιδιά ήταν ακίνδυνη.    Οι υπηρεσίες παιδικής πρόνοιας του Βερολίνου και η Γερουσία έκαναν τα στραβά μάτια στις αναδοχές ή ακόμα και τις ενέκριναν.   Πριν από μερικά χρόνια, δύο από τα θύματα αποκάλυψαν την ιστορία τους, με το πανεπιστήμιο Hildesheim να διεξάγει έκτοτε συνεντεύξεις αναζητώντας ταυτόχρονα πληροφορίες σε αρχεία.    Αυτό που ανακάλυψαν ήταν «ένα δίκτυο σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, την κρατική υπηρεσία πρόνοιας για τους νέους και τη Γερουσία του Βερολίνου», στο οποίο η παιδοφιλία ήταν «αποδεκτή και υποστηριζόμενη».

Ο ίδιος ο Κέντλερ διατηρούσε τακτικές επαφές με τα παιδιά και τους ανάδοχους πατέρες τους. Σε βάρος του δεν ασκήθηκε ποτέ δίωξη, αφού μέχρι τα θύματά του να βρουν το θάρρος να μιλήσουν, τα εγκλήματά του είχαν ήδη παραγραφεί. Για τον λόγο αυτό τα θύματα δεν έχουν λάβει μέχρι σήμερα καμία αποζημίωση.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι πολλοί από τους ανάδοχους πατέρες ήταν διακεκριμένοι ακαδημαϊκοί. Κάνουν λόγο για ένα δίκτυο που περιλάμβανε υψηλόβαθμα μέλη του Ινστιτούτου Max Planck, του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου και του διαβόητου Σχολείου Odenwald στην Έσση, που βρέθηκε στο επίκεντρο ενός τεράστιου σκανδάλου παιδοφιλίας πριν από αρκετά χρόνια, και πλέον έχει κλείσει.

Η Γερουσιαστής του Βερολίνου, Sandra Scheeres, χαρακτήρισε τα ευρήματα της μελέτης «σοκαριστικά και τρομακτικά».   Μια πρώτη έκθεση για το «πείραμα Κέντλερ» δημοσιεύτηκε το 2016 από το Πανεπιστήμιο του Göttingen. Οι ερευνητές της εν λόγω μελέτης δήλωσαν στη συνέχεια ότι η Γερουσία του Βερολίνου δεν έδειξε να ενδιαφέρεται για την αποκάλυψη της αλήθειας.   Ωστόσο, οι αρχές του Βερολίνου δεσμεύτηκαν να ρίξουν φως στην υπόθεση.