Η κα Πηνελόπη ήταν το πιο βαρύ περιστατικό από τους εγκαυματίες που επέζησαν και φέτος θα κάνει Χριστούγεννα σπίτι της.

Εκτός από τους 102 νεκρούς, η φονική πυρκαγιά στο Μάτι άφησε πίσω της και 58 εγκαυματίες.

Την περασμένη εβδομάδα, η τελευταία από αυτούς επέστρεψε στο σπίτι της μετά από 16 μήνες νοσηλείας. Πρόκειται για την 66χρονη Πηνελόπη Κωνσταντάκη που πήρε εξιτήριο από το κέντρο αποκατάστασης Θησέας το Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019. Όπως επισημαίνει το Παρατηρητήριο για το Μάτι στο αφιέρωμα για την γυναίκα, ήταν η πιο βαριά περίπτωση εγκαυματία από τις περιπτώσεις που επέζησαν.

Την Κυριακή, στο καφέ «Άρτιον» στο Μάτι, την περίμενε μια έκπληξη καθώς περίπου 30 άτομα την υποδέχτηκαν: φίλοι, γείτονες αλλά και άνθρωποι που δεν την γνώριζαν αλλά είχαν ακούσει για την ιστορία της. Ανάμεσά τους και ο Αλέξης Ανδρονόπουλος και η Μαρίνα Καρύδα, μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής Κατοίκων στο Μάτι Αττικής (ΣΕΚΜΑ), που ανέλαβαν από τις πρώτες κιόλας μέρες της καταστροφής τον συντονισμό της αποκατάστασης των εγκαυματιών, διεκδικώντας την οικονομική υποστήριξη και την εξειδικευμένη ιατροφαρμακευτική τους κάλυψη.

«Τους αισθανόμαστε σαν συγγενείς», λένε ο αδερφός της Πηνελόπης, Γιώργος και η σύζυγός του Ελένη, που όλους αυτούς του μήνες, δεν έφυγαν από το πλευρό της 66χρονης. Εξαιτίας της φαρμακευτικής αγωγής και των επιπλοκών, η γυναίκα πάσχει πλέον από νεφρική ανεπάρκεια και μειωμένη ακοή.

«Μένω στο Κόκκινο Λιμανάκι»  

Κάποιοι από την παρέα πλησίασαν και της προσέφεραν ένα μικρό συμβολικό δώρο. Στη συνέχεια η γυναίκα πήρε τον λόγο και καθήλωσε τους παριστάμενους με την αφήγησή της.

«Μένω στο Κόκκινο Λιμανάκι. Η φωτιά ήρθε εκεί απροσδόκητα. Το κατάλαβα από τον θόρυβο, άκουγα μαρσαρίσματα και μεγάλη κινητικότητα. Βγαίνω έξω και βλέπω μια μεγάλη φλόγα που σε λίγα δευτερόλεπτα ήρθε πίσω από το σπίτι, άρχισα λοιπόν να καταβρέχω. Όταν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο σκέφτηκα ότι πρέπει να φύγω. Πήρα τα απαραίτητα, τα χαρτιά μου και κάτι χρήματα. Από τη βιασύνη μου άφησα τα κλειδιά στην πόρτα. Η φωτιά δυνάμωνε, το αυτοκίνητο ήταν αδύνατον να το πάρω, η περιοχή είχε σκοτεινιάσει από τους καπνούς, είδα την πόρτα ενός φιλικού σπιτιού ανοικτή και μπήκα. Όμως στην αυλή δεν υπήρχε σκέπαστρο και είχε πολλά πεύκα.»

Τα κουκουνάρια έπεφταν αναμμένα στους ώμους μου, στα πόδια μου, γιατί φορούσα βερμούδα και ήμουν ακάλυπτη και όπου ήταν ακάλυπτο το σώμα μου κάηκε. Και κάηκα πολύ. Είχαν 40% βάθος τα εγκαύματα που έπαθα, αλλά από την υπερένταση δεν είχα καταλάβει τίποτα. Τα έδιωχνα από πάνω μου με γυμνά χέρια. Όταν καταλάγιασε η φωτιά βγήκα έξω στο δρόμο όπου ήταν η πυροσβεστική και μου είπε «δεν πρέπει να κυκλοφορείτε μόνη σας αλλά πρέπει να βρείτε κάποιον να σας πάει στη Ραφήνα». Μπροστά από το πυροσβεστικό ήταν ένας νεκρός, μπρούμυτα. Μου λένε οι πυροσβέστες, «μην κοιτάτε γύρω σας καλύτερα». Για καλή μου τύχη πέρασε ένας γείτονας και μπήκα μέσα στο αυτοκίνητό του μαζί με άλλο ένα ζευγάρι και πήγαμε στη Ραφήνα. Με άφησε σε μια καφετέρια. Εκεί, όσο περνούσε η ώρα αισθανόμουν άσχημα. Κόντευα να λιποθυμήσω. Οι άνθρωποι με περιποιήθηκαν πάρα πολύ, στο τέλος έφεραν ασθενοφόρο. Την ώρα που έμπαινα μέσα, έφτασε ο αδερφός μου».

Ο αδερφός της θυμάται την αγωνία βίωσε, όταν η γυναίκα δεν απάντησε στις κλήσεις του:  «Την άκουσα στο τηλέφωνο και την καθησύχασα στην αρχή, λέω «περίπου στη Μαραθώνος είναι» (η φωτιά) και μετά από πέντε λεπτά ξαναπήρα και δεν απαντούσε στο τηλέφωνο. Είχε φύγει», θυμάται ο Γιώργος που πήρε την απόφαση να πάει οδικώς στο Μάτι. Εξαιτίας της κίνησης, χρειάστηκαν δύο ώρες για να φτάσουν από το Μαρούσι στην Αθήνα – μία διαδρομή για την οποία υπό κανονικές συνθήκες δεν χρειάζονται περισσότερα από 35 με 40 λεπτά.

«Την πετύχαμε τη στιγμή που έμπαινε στο ασθενοφόρο. Τη συνόδευσε η Ελένη. Από εκεί και πέρα επειδή ήταν σε θάλαμο γυναικών, η σύζυγος ήταν η πρώτη γραμμή, εγώ ήμουν η δεύτερη (…) Αν μέναμε κι εμείς εδώ δεν θα καιγόταν. Άλλο να είσαι μόνη σου και άλλο να έχεις κόσμο μαζί», εκτιμά ο αδερφός της.

«Το βορινό τζάμι έλιωσε»  

«Έπρεπε να πάρω αποφάσεις μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου και προτίμησα να κλείσω το σπίτι, να πάρω τα απαραίτητα και να φύγω», θυμάται η κα Πηνελόπη. «Το σπίτι δεν κάηκε. Σώθηκε. Ο κήπος κάηκε. Τα δέντρα. Τα παράθυρα και τα παντζούρια ήταν αλουμινίου με διπλά τζάμια και δεν πέρασε μέσα στο σπίτι η φωτιά. Παρόλα αυτά το βορινό τζάμι έλιωσε, έσπασε».

Επτά πλαστικές επεμβάσεις  

«Αρχικά με πήγαν στον Ευαγγελισμό και μετά έγινε ένας διαχωρισμός. Εγώ πήγα στο Λάτσειο (Κέντρο Εγκαυμάτων). Το καλό που είχαν ήταν ότι δεν ανέπνευσα καπνό. Πήγα στο νοσοκομείο και είχα 98% οξυγόνο, που ήταν πολύ καλό. Μετά από δέκα μέρες έγινε η πρώτη επέμβαση, έκανα επτά πλαστικές επεμβάσεις, άρχισαν οι πόνοι οι φοβεροί, οι αλλαγές (των επιθεμάτων) που ήταν σαν να σου βγάζουν το δέρμα, όλα. Έπαθα πολλά σηψαιμικά σοκ και από εκεί με πήγαν δίπλα, στο Θριάσιο στην εντατική» θυμάται.

Το πρώτο σηψαιμικό σοκ ήρθε στα τέλη του προηγούμενου Σεπτεμβρίου.  «Την έβαλαν στην εντατική για 15 ημέρες με 41 πυρετό και με την αντιβίωση έπεφτε στο 39, στο 39,5» δήλωσε ο αδερφός της, δίνοντας τον λόγο στην ίδια.

«Δεν μπορούσαν να βρουν μία αντιβίωση που να με πιάνει. Έκαναν μία «ομπρέλα» αντιβίωσης. Κάποια στιγμή σταμάτησαν να λειτουργούν τα νεφρά μου και είχα διόγκωση ήπατος. Βρήκαν ένα παλιό αντιβιοτικό που το είχαν σε αχρηστία και αυτό λειτούργησε σε μένα. Το συκώτι επανήλθε, αλλά τα νεφρά όχι και έγινα νεφροπαθής», συμπληρώνει η Πηνελόπη. «Από την πολλή αντιβίωση επηρεάστηκε και η ακοή. Έχω πάθει ωτοσκλήρυνση και δεν ακούω από εδώ και πίσω», λέει δείχνοντας στην ευθεία των αυτιών της.

«Τα περσινά Χριστούγεννα ήταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Ήταν το δεύτερο σηψαιμικό σοκ», λέει ο αδερφός της Πηνελόπης. «Δόθηκε μεγάλη μάχη από τους γιατρούς στο Λάτσειο και στο Θριάσιο για να την κρατήσουν στη ζωή, γιατί τα σηψαιμικά σοκ ήταν αλλεπάλληλα. Η αντιβίωση και η μορφίνη που δέχθηκε ήταν με τους κουβάδες όχι με τις σύριγγες»,

«Παραισθήσεις από τα φάρμακα» 

«Από τη μορφίνη και τα φάρμακα είχα και παραισθήσεις. Δημιουργούσα ιστορίες διάφορες που δεν είμαι σίγουρη έως τώρα τι ήταν πραγματικό και τι όχι γιατι τα ζούσα σαν αληθινά. Έλεγα ιστορίες ότι με έχουν απαγάγει, ότι κάνουν πειράματα αντοχής πάνω μου, ότι έγινε ένας φόνος στο δωμάτιό μου», αφηγείται η Πηνελόπη.

Τα πρώτα βήματα  

Μετά τους πρώτους 8 μήνες στο Θριάσιο, μεταφέρθηκε στο κέντρο αποκατάστασης «Θησέας» όπου νοσηλεύθηκε άλλους οκτώ μήνες. «Πήγαμε εκεί στις 19 Μαρτίου και άρχισα φυσιοθεραπείες. Ήταν πολύ δύσκολα τα πράγματα για είχα μείνει πολύ καιρό στο κρεβάτι. Ήταν δύσκολο να σηκωθώ. Τελικά με προσπάθεια μεγάλη τα κατάφερα και περπάτησα αρχικά με rollator και μετά με το πι. Μου έλεγαν «θα περπατήσεις» αλλά δεν ήξεραν σε τι σημείο θα φτάσω, αλλά κατάφερα να περπατάω χωρίς κανένα βοήθημα και αυτή ήταν μεγάλη δουλειά. Αφού κι αυτοί έμειναν έκπληκτοι»,

«Είχα μεγάλη θέληση» 

«Δεν είχα άγχος. Δεν μου έλειπε τίποτα. Είχα βάλει στόχο ότι θα περπατήσω και ότι θα περπατήσω καλά. Είχα πολλή μεγάλη θέληση. Η καλύτερη στιγμή ήταν όταν ξαφνικά είχα μία θεαματική βελτίωση. Αρχικά είχα απογοητευθεί λίγο γιατί έκανα πολλές φυσιοθεραπείες και δεν σηκωνόμουν. Αλλά κρατούσα την πίστη μου και έλεγα κάποια στιγμή θα γίνει, όπως κι έγινε σε μία στιγμή που δεν το περίμενα. Σηκώθηκα σαν να με είχαν κουρδίσει και περπατούσα μόνη μου μέσα στο δωμάτιο. Είχα πολλή εμπιστοσύνη στον εαυτό μου και στο μυαλό μου. Αυτό ήταν το πρώτο που με έσωσε (..) Έχω και τώρα δυσκολίες και προβλήματα, αλλά το παλεύω και μένω στα καλά. Δεν μιζεριάζω. Βλέπω πάντα το ποτήρι μισογεμάτο, όχι μισοάδειο. Δεν έπεσε η ψυχολογία μου ποτέ κι έδινα εγώ τελικά θάρρος στους άλλους και πορεύομαι έτσι».

«Η ψυχολόγος και οι φυσιοθεραπευτές μου έλεγαν: Μας εμπνέετε, εσείς μας δίνετε πράγματα για τη ζωή, για το σθένος. Γιατί δεν είναι πολλά άτομα ψυχικά σθεναρά (…) Εχθές που έφευγα, ήρθαν ένας προς ένας στο δωμάτιο να με αποχαιρετήσουν και κλαίγαμε. Όλοι, το νοσηλευτικό προσωπικό, ο γιατρός, οι φυσιοθεραπευτές, οι τραπεζοκόμες, οι μεταφορείς, οι καθαρίστριες».

Η επιστροφή  

Αντικρίζει ξανά το Μάτι που δεν είχε δει από τις 23 Ιουλίου του 2018. Θα ζήσει ξανά εδώ. «Έχω μία λέσχη ανάγνωσης που θα πηγαίνω τις Πέμπτες, διαβάζουμε Πλάτωνα και έχω σκοπό να μάθω και μπριτζ που μ’ αρέσει πολύ (…) έχω μια φίλη που είναι χρόνια παίκτρια και μου λέει «εγώ θα σε πηγαίνω» (…) Έχω σχέδια για τον κήπο μου, για το σπίτι. Έχω σχέδια τι να φυτέψουμε, γιατί κάηκαν τα πιο πολλά. Και ένα παράξενο πράγμα, δεν κάηκαν οι τριανταφυλλιές και κάηκαν τα δέντρα. Τέτοια παράδοξα έγιναν».