Για όσους δεν γνωρίζουν, το όνομά τους είναι συνώνυμο της λέξης διωκόμενος – για έναν Ροχίγνκια είναι το έθνος του, ο προσδιορισμός του, αν και όπως λέει ο Σαΐντ Χουσσεΐν, δεν μπορεί να το μεταφράσει σε κάτι αντιληπτό από τους άλλους – μια χώρα, μια γλώσσα, παράδοση, ήθη και έθιμα.

Περιγράφει ένα λαό-βρέφος, ένα λαό που στην πάροδο των χρόνων δεν μπόρεσε να «μεγαλώσει», να εξελιχθεί, παρά μόνο να επιβιώσει. Διωγμένος από παντού.

Τί σημαίνει να είσαι Ροχίνγκια

Ο Σαΐντ μιλάει Ροχίγνκια (Rohingya ή Ruaingga), μια γλώσσα που δεν είναι γραπτή. Συγκινείται όταν απαντά στην ερώτηση «τί σημαίνει για σένα να είσαι Ροχίνγκια», αλλά δε βουρκώνει, δεν κλαίει, είναι σαν να κλαίει το σώμα του. «Δεν είναι μόνο ότι μας διώχνουν. Είναι ότι δεν έχουμε πατρίδα. Στη Μιανμάρ δεν έχουμε χαρτιά όπως οι άλλοι πολίτες, δεν είμαστε πολίτες, υπάρχουμε μόνο για να μας εξαφανίζουν».

Από το 1982, η Μιανμάρ (χώρα της Νοτιοανατολικής Ασίας), έχει αποφασίσει να μη χορηγεί ιθαγένεια στους Ροχίνγκια και αυτό είναι που μας λέει ο Σαΐντ, ότι επίσημα είναι άπατρις. Ανεπίσημα όμως «η καρδιά μου έχει μείνει στη Μιανμάρ», γιατί αυτό το μέρος είναι που έχει γνωρίσει για πατρίδα: «Εκεί γεννήθηκα, εκεί γεννήθηκαν οι γονείς μου. Φέτος γίνονται δέκα τα χρόνια που έχω να τους δω. Δεν ξέρω αν ζουν ή όχι, δεν ξέρω τίποτα».

«Μας μισούν επειδή είμαστε μουσουλμάνοι. Όλη μου τη ζωή δουλεύω στις φυτείες ρυζιού που είναι η τροφή μας και είχαμε και μερικές κότες και αγελάδες». Το σχολείο ήταν και είναι απαγορευμένο για τα παιδιά των Ροχίνγκια κι ο Σαΐντ και τα αδέρφια του δεν αποτέλεσαν εξαίρεση. Τον ρωτάμε για την περιοχή στην οποία μεγάλωσε. Μας λέει ότι είναι εκεί που ζουν οι περισσότεροι Ροχίνγκια από πολύ παλιά -ίχνη τους ιστορικά εντοπίζονται στην περιοχή από τον 9ο αιώνα- η δυτική επαρχία Ραχίν, που ανήκει πια στη Μιανμάρ. Παλιότερα η Ραχίν, η περιοχή που βρέχεται από τον κόλπο της Βεγγάλης, ονομαζόταν Αρακάν, και είναι λόγω των εμπορικών δρόμων που άνοιγε τότε η θάλασσα, που πολλοί κάτοικοι της περιοχής ασπάστηκαν με την πάροδο των ετών τη μουσουλμανική θρησκεία.

Οι Ροχίνγκια στους αιώνες, φτάνοντας σήμερα στον 21ο, είναι ένας λαός μουσουλμάνων που ζει σε μια χώρα βουδιστών, τη Μιανμάρ. Ο Σαΐντ μάς λέει ότι ζουν σα φυλακισμένοι. Δεν τους επιτρέπεται να μετακινούνται χωρίς άδεια και ζουν σε καταυλισμούς στερούμενοι βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Για την ακρίβεια, είναι αδύνατο να προσδιοριστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα που δεν στερούνται, σε μια χώρα που έχει πολλές φορές καταγγελθεί για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τη Διεθνή Αμνηστία και τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (https://www.hrw.org/world-report/2018/country-chapters/burma).

Η ιστορία του Σαΐντ

Η προσωπική ιστορία του Σαΐντ μοιάζει, όπως ο ίδιος δηλώνει χαμογελώντας πικρά, με αυτή της πλειοψηφίας των Ροχίνγκια. «Κουράστηκα να μας κλέβουν τα ζώα, να μας καίνε τους καταυλισμούς, να μας χτυπούν και είπα μέσα μου δεν πάει άλλο. Όταν το είπα αυτό ήμουν 21, σήμερα είμαι 29. Έχω ταξιδέψει πολύ. Όμως μέσα σε αυτά τα οχτώ δύσκολα χρόνια, η ζωή μου απέκτησε νόημα που το λένε Νουρ, Κουλσούμ και Μαρία». Είναι τα τρία παιδιά που έχει αποκτήσει με τη Μομπίνα. Η Μομπίνα είναι και αυτή Ροχίγνκια. Συναντήθηκε με τον Σαΐντ στον τρίτο του σταθμό μετά τη φυγή του από τη Μιανμάρ – το Πακιστάν.

«Πρώτος μου σταθμός μετά τη Μιανμάρ ήταν το Μπαγκλαντές. Έμεινα μόνο δυο μήνες γιατί δεν ήμουν ασφαλής εκεί χωρίς ταυτότητα, φοβόμουν ότι θα με έστελναν πίσω». Επόμενος σταθμός η γειτονική Ινδία και το Χαϊντεραμπάντ, όπου ο Σαΐντ έζησε και εργάστηκε για δυο χρόνια σε ένα μεγάλο οπωροπωλείο. Έφυγε πάλι, αυτή τη φορά για το Πακιστάν. Τέσσερα χρόνια στο Καράτσι δούλεψε σε οικοδομές, γνώρισε και ερωτεύτηκε τη Μομπίνα. «Γι’ αυτό πήγα στο Πακιστάν. Για να γνωρίσω τη γυναίκα μου», λέει και χαμογελά με την καρδιά του.

Ο Σαΐντ, η Μομπίνα και ο μικρός Νουρ έφυγαν μαζί από το Πακιστάν. Δεν του έδιναν ταυτότητα ούτε εκεί. «Δεν άντεχα πια χωρίς ταυτότητα. Δε γίνεται να ζω έτσι». Φτάσανε στο Ιράν. Η οικογένεια έμεινε εκεί τέσσερεις μήνες για να γεννηθεί το δεύτερό τους παιδί, τη Κουλσούμ.

Από το Ιράν στην Τουρκία και από την Τουρκία στη Λέσβο. Στη Λέσβο μαζί με τον Σαΐντ και τη Μομπίνα, έφτασαν άλλοι δεκατρείς (13) Ροχίνγκια – ο Σαΐντ λέει ότι σήμερα ζουν και οι δεκατρείς στην Ελλάδα. Λίγο καιρό μετά την άφιξή του στην Ελλάδα, ο Σαΐντ έμαθε από τον αδερφό του ότι κι αυτός κατάφερε να φτάσει στη χώρα με την οικογένειά του.

Στο νησί που σήμαινε για αυτούς την είσοδο στην Ευρώπη, η Μομπίνα γέννησε το τρίτο τους παιδί: «Ευτυχώς δε γέννησε στο δρόμο», λέει ο Σαΐντ και την αγκαλιάζει. Η Μομπίνα δεν καταλαβαίνει τίποτα από όσα λέει ο Σαΐντ σε εμάς, γιατί μαζί του μιλάμε αγγλικά, ενώ εκείνη δε γνωρίζει άλλη γλώσσα εκτός από αυτή των Ροχίνγκια. Τον αγκαλιάζει κι αυτή.

Τα αγγλικά ο Σαΐντ τα έμαθε στη Λέσβο πηγαίνοντας στα μαθήματα που προσφέρονται εκεί από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις. Μόρια, Καρά Τεπέ, αλλά μετά «ευτυχώς ήρθε η στιγμή που θα μας δινόταν ένα σπίτι». Η οικογένειά του εντάχθηκε στο πρόγραμμα στέγασης του SolidarityNow το Δεκέμβριο του 2017, μετά από παραπομπή της οργάνωσης Ηλιαχτίδα.

Η εκπαίδευση, αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα για τα παιδιά του

Και από τότε άρχισαν τα όνειρα να βρίσκουν χώρο για τους γονείς των τριών μικρών Ροχίνγκια οι οποίοι θα ζήσουν πια στην Ευρώπη, απόγονοι ενός πολύπαθου και συγχρόνως μοναδικού λαού, που είναι μια φυλετική σύμμειξη προσδίδοντας στους ανθρώπους του ινδικά και μογγολικά φυσικά χαρακτηριστικά, αλλά και χαρακτηριστικά της ινδοευρωπαϊκής φυλής.

Η εξασφάλιση στέγης και η αργοπορημένη αλλά αίσια απόφαση άδειας διαμονής στην Ελλάδα έχουν επιτρέψει στον Σαΐντ και τη Μομπίνα να ονειρεύονται ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά τους, κάτι που δεν μπορούσαν καν να φανταστούν μερικά χρόνια πριν. «Χρειάζομαι μόνο μια δουλειά και όλα τα άλλα θα έρθουν, είμαι χαρούμενος εδώ», μας λέει ο Σαΐντ με έναν πιο αισιόδοξο τόνο όταν πια έχουμε αφήσει πίσω μας τη συζήτηση για το παρελθόν. «Θέλω τα παιδιά μου να πάνε σχολείο. Να μάθουν ελληνικά-θέλω να μάθουν και να κάνουν περισσότερα από μένα».

Είναι αξιοσημείωτη η ένταση με την οποία ο Σαΐντ μιλά για το σχολείο των παιδιών του  και γενικά για την εκπαίδευση. Ο ίδιος δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να πάει σχολείο, αναγνωρίζει όμως τη σημασία του και το θεωρεί αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα των παιδιών του. Και πράγματι ο μεγάλος τους γιος, ο Νουρ, τεσσάρων χρονών, είναι μαθητής στο προ-νήπιο και μαθαίνει τα πρώτα του ελληνικά! Όταν ο Νουρ δεν είναι στο σχολείο, όλη η οικογένεια μαζί γνωρίζει την πόλη μέσα από καθημερινές βόλτες. Η αγαπημένη τους είναι από το σπίτι τους στο Πολυτεχνείο και στο Πεδίο του Άρεως.

Ο Σαΐντ θέλει η ιστορία του να κλείσει με τα δικά του λόγια και δε θα μπορούσε αλλιώς: «Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς τα παιδιά μου. Βλέπω ανθρώπους μόνους από το Μπαγκλαντές και δεν μπορώ να το διανοηθώ. Έχασα όλους τους δικούς μου, αλλά έχω τα παιδιά. Όσο για τους Ροχίνγκια, είμαι περήφανος που ανήκω σε αυτό τον λαό. Οι Ροχίνγκια δεν έχουν ποτέ πειράξει κανέναν, δεν αγαπούν τον πόλεμο. Στην Ελλάδα που δεν είναι μουσουλμανική χώρα και δεν είναι η χώρα μου, είμαι ασφαλής. Στη δική μου γιατί δεν είμαι; Φοβάμαι για τους Ροχίνγκια, ανησυχώ για το μέλλον, παρότι εγώ τώρα αισθάνομαι ασφαλής».


** Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, περισσότεροι από 1 εκατομμύριο πρόσφυγες Ροχίνγκια διέφυγαν από τη βία στη Μιανμάρ σε διαδοχικά κύματα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το τελευταίο ξέσπασμα βίας κατά των Ροχίνγκια που έχει χαρακτηριστεί ως εθνοκάθαρση και γενοκτονία από τον ΟΗΕ, την οργάνωση HumanRights Watch, διεθνείς φορείς και που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2016, οδήγησε τον Αύγουστο του 2017 ένα ακόμη μεγάλο κύμα Ροχίνγκια προς το Μπαγκλαντές, φτάνοντας τον συνολικό αριθμό που αναζητούν άσυλο εκεί στους 723,000.

Διαβάστε περισσότερα για τους Ροχίνγκια: http://www.unhcr.org/rohingya-emergency.html,https://www.hrw.org/tag/rohingya-crisishttps://www.hrw.org/news/2018/08/21/myanmar-security-forces-torture-rohingya-returnees“Myanmar’s ‘Gravest Crimes’ Against Rohingya Demand Action, U.N. Says”

*Τα μέλη της οικογένειας του Σαΐντ Χουσσεΐν ζουν σε ανεξάρτητο διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας, ως ωφελούμενοι του προγράμματος στέγασης του SolidarityNow, που υλοποιείται στο πλαίσιο του ESTIA – Πρόγραμμα Έκτακτης Ανάγκης Υποστήριξης για την Ένταξη & τη Στέγαση, το οποίο στηρίζεται από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες και χρηματοδοτείται από την Υπηρεσία Ανθρωπιστικής Βοήθειας & Πολιτικής Προστασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ECHO).