Είναι προκλητικό εν έτει 2018 να πιστεύει κανείς ότι οι άνθρωποι που κάνουν χρήση ναρκωτικών ασκούν πάντα κάποιου είδους ελεύθερη επιλογή, άρα είναι και υπεύθυνοι και άξιοι της μοίρας τους. Μια τέτοια σκληρή αντιμετώπιση αγνοεί ότι, πέρα από την παθολογική φύση του εθισμού, τα ναρκωτικά είναι μία προσοδοφόρος επιχείρηση που εμπορεύεται τις ευάλωτες στιγμές των αβοήθητων ανθρώπων, που στοχεύει συνειδητά στις στιγμές αδυναμίας, που όλοι πάντα έχουμε στη ζωή. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, η διακίνηση ναρκωτικών είναι η πιο προσοδοφόρα εγκληματική δραστηριότητα, με κέρδος 24 δισ. ευρώ τον χρόνο.

Απέναντι, λοιπόν, σε μία “βιομηχανία” πια, κάποιος που βρίσκεται σε μία ευάλωτη κατάσταση αλλά όμως  έχει ένα υποστηρικτικό περιβάλλον, είτε οικογενειακό, είτε φιλικό, είτε κοινωνικό, μπορεί πιθανώς  να αντισταθει. Αν κάποιος, όμως, είναι ή νιώθει μόνος, στο περιθώριο, εύκολα θα περιπέσει.

Αυτή τη στιγμή, δυστυχώς στη χώρα μας δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία για την “αριθμητική” των χρηστών και της εξάρτησης. Είναι σύνηθες να υπάρχουν διχογνωμίες για τα στατιστικά μεταξύ εθνικών οργανισμών, όπως ο ΟΚΑΝΑ και το ΚΕΘΕΑ, και του Υπουργείου Υγείας. Επιπλέον, η χώρα από το 2014 δεν διαθέτει Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Ναρκωτικά, ένα απαραίτητο πλαίσιο, δηλαδή, που να εξειδικεύει τα συγκεκριμένα μέτρα για την καταπολέμηση της χρήσης ναρκωτικών, τις πολιτικές στο πεδίο της πρόληψης και της απεξάρτησης, τις οριζόντιες συνέργειες μεταξύ υπουργείων, τις πηγές χρηματοδότησης των δράσεων και άλλα πολλά.

Πέρα από τα θεσμικά κενά, λοιπόν, που πρέπει άμεσα να καλυφθούν, αλλά και τα γνωστά προβλήματα της υποχρηματοδότησης και της υποστελέχωσης ή των υπαρχουσών δομών πρόληψης και αποθεραπείας, είναι σημαντικό σε επίπεδο πολιτικής να επιδιώξουμε την προσαρμογή με την Ευρώπη, δηλαδή όποια καλή πρακτική έχει αποδώσει καρπούς πρέπει να την αντιγράψουμε, να τη φέρουμε στα μέτρα μας και να την εφαρμόσουμε. Όλες αυτές τις πολιτικές μπορούμε να τις “μπολιάσουμε” με το συγκριτικό πλεονέκτημά μας, ως μιας κοινωνίας ανθρωπιάς και φιλότιμου. Παρά τις δυσκολίες, υπάρχει ακόμα στην ελληνική κοινωνία ισχυρό το αίσθημα της προσφοράς στο σύνολο, της βοήθειας στον διπλανό.

Απαραίτητο στοιχείο σε οποιαδήποτε πολιτική για τα ναρκωτικά είναι, φυσικά, οι δεύτερες ευκαιρίες σε όποιον θέλει να ξεφύγει, να βγει από το περιθώριο, να επανενταχθεί στην κοινωνία. Είτε με προγράμματα απεξάρτησης, είτε με τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, είτε μέσω ειδικών προγραμμάτων του ΟΑΕΔ. Διεθνώς, η τάση είναι να μετατοπίζεται  το κέντρο βάρους από την ποινική στη θεραπευτική αντιμετώπιση των ανθρώπων με προβλήματα χρήσης ναρκωτικών. Η απόφαση της απεξάρτησης είναι μια πράξη γενναιότητας: όσες φορές και να πέσεις, σημασία έχει η προσπάθεια να σηκωθείς. Αυτή την προσπάθεια οφείλει η Πολιτεία συντεταγμένα να την υποστηρίξει.

Το θέμα των ναρκωτικών δεν είναι το κατάλληλο πεδίο για τη δήθεν επίδειξη προοδευτικότητας  με αποσπασματικές παρεμβάσεις, αλλά θέλει μια συνολική και βάσει σχεδίου κρατική αντιμετώπιση, με σοβαρότητα και δεδομένα και σε συνέργεια με τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Πρωτίστως, είναι ένα θέμα βαθιά κοινωνικό, πάει πέρα και πάνω από κόμματα. Και η κοινωνία είναι που, μαζί με το κράτος, πρέπει να στηρίζει, όχι να τιμωρεί, ούτε να στιγματίζει την αδυναμία που ο καθένας μας ή κάποιος δικός μας μπορεί να αντιμετωπίσει.

*H Κατερίνα Μάρκου είναι Βουλευτής της ΝΔ στην Β’ Θεσσαλονίκης και απόφοιτος του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου με ειδίκευση την Ευρωπαϊκή Ιστορία και τον Πολιτισμό. Μετεκπαιδεύτηκε στο Πάντειο όπου και έλαβε το μεταπτυχιακό της δίπλωμα από το Τμήμα Ιστορίας και Πολιτικών Επιστημών