*του Δημήτρη Ρέμμου 

Σε όποιο περιβάλλον κι αν δραστηριοποιούμαστε σε καθημερινή βάση, δεν θα πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας ότι όλα τα περιβάλλοντα από μόνα τους, έτσι και αυτό “το δικό μας”στην καθημερινότητα μας, τείνουν να καθιστούν κάθε άνθρωπο περισσότερο ή λιγότερο ικανό.

Πέρα από τις συνθήκες που εξασφαλίζει ένα δημόσιο ή ιδιωτικό, κοινωνικό ή εργασιακό περιβάλλον, από μόνο του μας υποχρεώνει να ενεργούμε, όμως παράλληλα θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας ότι το ίδιο το περιβάλλον μας επιτρέπει να ασκούμε τις δραστηριότητες μας, ανάλογα και με την πνευματική μας κατάσταση.

Εάν στο παραπάνω συνυπολογίσουμε ότι σε στιγμές κούρασης  ή απόσπασης της προσοχής μας αποκτούμε τα συμπτώματα της περιορισμένης γνωστικής αντίληψης, (περιορισμένη γνωστική αντίληψη αποκτούμε όλοι μας ανεξαιρέτως, και όταν για παράδειγμα δεν ομιλούμε την γλώσσα του τόπου που επισκεπτόμαστε), τότε θα καταλάβουμε γιατί το περιβάλλον γύρω μας είναι αφιλόξενο. Τέλος δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας ότι η ικανότητά να παρατηρούμε κάτι διαφορετικό ίσως και να περιορίζεται όταν υπάρχει προκατάληψη στο θέμα ή στο αντικείμενο και την πράξη που παρατηρούμε, ή στα ακούσματα που μας προτρέπουν να παρατηρούμε.

Ο δημόσιος χώρος είναι και αυτός ένα περιβάλλον όπως γίνεται κατανοητό, που όσο φιλικότερος είναι με όλους μας, τόσο η μείωση της γνωστικής μας αντίληψης περιορίζεται, αφήνοντας μας χώρο για ψυχική και πνευματική υγεία και ξεκούραση, για να ευχαριστηθούμε δηλαδή, ένα περίπατο στην αγορά, μια επίσκεψη σε ένα πάρκο ή κάποιο μουσείο, ή να απολαύσουμε τον καφέ μας ή να κάνουμε μια αγορά ή τα ψώνια μας. Πόσο φιλικότερος μπορεί να γίνει ο δημόσιος χώρος γύρω μας; Πόσο προσβάσιμος σε ηλικιωμένους, μικρά παιδιά, οικογένειες με παιδιά, ανθρώπους με μηχανήματα υποστήριξης της βάδισης και αναπήρους;

Η προσβασιμότητα και η βάδιση ηλικιωμένων διερευνάται δεκαετίες τώρα στο Πανεπιστήμιο του Dundee στην Μ Βρετανία, από φοιτητές (άτομα νεαρής δηλαδή ηλικίας και συνήθως μη ανάπηρα) δεσμεύοντας τους ίδιους τους φοιτητές με την συμμετοχή τους στην έρευνα, στη θεώρηση ότι, η χρήση αλκοόλ έχει σαν αποτέλεσμα τη μειωμένη αντίληψη. Βασισμένη στην παραπάνω θεωρία που αναπτύχθηκε με έρευνα δεκαετιών γεννήθηκε και η ιδέα ότι ανάπηροι και μη ανάπηροι άνθρωποι μπορεί να έχουν τις ίδιες ανάγκες σε κάποια χρονικά διαστήματα έστω κι αν έχουν διαφορετικές ικανότητες σε άλλες χρονικές συγκυρίες.

Στην προηγμένη τουριστική αγορά της ΕΕ σήμερα (πηγή : IPOL_STU(2018)617465_EN, που αφορά την μελέτη για την Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για Transport and Tourism (TRAN)), σε μια αγορά προσβάσιμου τουρισμού, μόνο το 9% των τουριστικών υπηρεσιών της συνολικής αγοράς παρέχουν προσβασιμότητα. Αν και η χώρα μας θεωρώ ότι συμβάλει στη μείωση του υπολογισμένου μέσου όρου, και πάντα στην ίδια μελέτη, εάν υπήρχαν περισσότερες προσβάσιμες υπηρεσίες στην τουριστική αγορά, τότε θα περιμέναμε 44% αύξηση των αγαθών και υπηρεσιών από τον προσβάσιμο τουρισμό. Για την ιστορία στα κράτη της ΕΕ, η ζήτηση τουριστικών ταξιδιών από ταξιδιώτες μεγάλης ηλικίας ή από αυτούς με βλάβες στην κίνηση αλλά και αναπηρία, είναι περίπου 780 εκατομμύρια ταξίδια κατ’ έτος με αυξητική τάση 1% κατ’ έτος. (ίδια πηγή με παραπάνω). Ενώ στα αεροδρόμια όλης της Ευρώπης, ο βαθμός ζήτησης του συνοδού αεροδρομίου παρουσιάσει 6πλάσια αύξηση, από την αύξηση του αριθμού των επιβατών. Ο τομέας λοιπόν του προσβάσιμου τουρισμού, υποστηριζόμενος και την αυξανόμενη γήρανση του πληθυσμού, θα επηρεάσει δραματικά τον τομέα του τουρισμού και των μεταφορών τα επόμενα χρόνια. Δεν θα πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι ο τομέας του τουρισμού και των μεταφορών συμβάλλει περίπου στο 11% της απασχόλησης σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι φόροι που το κράτος θα συλλέξει από την προσέλκυση αυτών των τουριστών, ουσιαστικά θα αποσβέσουν το κόστος διαμόρφωσης των συνθηκών προσβασιμότητας στο δημόσιο χώρο και τις επιχειρήσεις. Ενώ ο πολίτης θα καρπωθεί κάθε παρέμβαση που θα γίνει.

Με όλα τα παραπάνω συνυπολογισμένα καταλαβαίνουμε ότι η εδραίωση των συνθηκών προσβασιμότητας στο δημόσιο χώρο αναπτύσσει τις δουλειές και αυξάνει την απασχόληση για κάθε τοπική κοινωνία, επιτρέπει την είσπραξη τελών και φόρων από την χρήση των προσφερομένων υπηρεσιών, ενώ πολλές από τις υπηρεσίες που έχουν τις ανάγκη οι τουρίστες, θα χρησιμοποιηθούν τελικά και από τους πολίτες της ίδιας της περιοχής παρέμβασης. Για να γίνει προσβάσιμος ο δημόσιος χώρος στη χώρα μας, χρειάζονται γενναίες επενδύσεις και για μακρό χρονικό διάστημα. Η αρχή όμως μπορεί να γίνει από την αλλαγή του κανονισμού στα μικρά έργα που εκτελούνται κάθε μέρα γύρω μας, ανεξαρτήτως οικονομικής κρίσης και αφορούν, δημόσιες ή ιδιωτικές εργασίες μικρής κλίμακας, δίκτυα ύδρευσης, ομβρίων και αποχέτευσης,  οπτικών ινών και εργασίες περιφράξεων όπως και ανακαινίσεις καταστημάτων κλπ.

Η αποκατάσταση του περιβάλλοντος χώρου που δέχθηκε την επιβάρυνση από τα παραπάνω έργα μπορεί αποκτώντας μία μόνο ικανή και αναγκαία συνθήκη να εντοπίσει “εν μία νυκτί”, την ανάγκη για προσβάσιμο χώρο σε όλους τους πολίτες. Ποια; Ότι, ανάπηρα και μη ανάπηρα άτομα, χρήστες του περιβάλλοντος στο οποίο εκτελέστηκε το έργο μπορεί να έχουν τις ίδιες ανάγκες σε κάποια χρονικά διαστήματα έστω κι αν έχουν διαφορετικές ικανότητες σε άλλες χρονικές συγκυρίες.

Εάν το κομμάτι του έργου που αφορά τα έργα μικρής κλίμακας παραληφθεί από το μηχανικό – επιθεωρητή του Δήμου, ο κάτοικος του οποίου θα χρησιμοποιήσει το έργο που παραδίδεται, παράλληλα με την παραλαβή της υπηρεσίας που μελετά, εκτελεί ή επιβλέπει το έργο ή ακόμη και της υπηρεσίας που εξέδωσε την άδεια, τότε, θα έχουμε λύσει σε μεγάλο βαθμό την εξεύρεση πόρων για την αποκατάσταση των χώρων δημόσιας συνάθροισης. Και επειδή τα έργα αυτά αφορούν κατά κανόνα παρεμβάσεις μικρής κλίμακας,  εκτελούνται από πολλούς και με μεγάλη ταχύτητα, φανταζόμαστε από τώρα την πίεση που θα ασκήσουν οι περίοικοι, για την συμμόρφωση των υπεύθυνων αρχών στον χώρο που υπολείπεται αυτού της παρέμβασης, δηλαδή του χώρου που αναγκαστικά γειτνιάζει με τον χώρο μέσα στο οποίο εκτελέστηκε το μικροέργο. Και εάν υποθέσουμε ότι τα περισσότερα από τα προαναφερόμενα έργα εκτελούνται από ιδιώτες κοντά σε διαβάσεις ή σε πεζοδρόμια που εμείς οι ίδιοι περπατάμε, σε δρόμους που εμείς οι ίδιοι διαβαίνουμε, σε καταστήματα των οποίων το εύρος των υπηρεσιών εμείς οι ίδιοι απολαμβάνουμε, τότε έχουμε αυτόματα καθορίσει κανόνες συμμόρφωσης στην αύξηση των κερδών μιας επιχείρησης, υποβοηθώντας την αγορά και την επιχειρηματικότητα, παρά προκαλώντας προβλήματα. Και εάν συνυπολογίσουμε ότι μοχλεύοντας παράλληλα με τους ιδιωτικούς και τους δημόσιους χρηματοδοτικούς διαθέσιμους πόρους των επόμενων χρόνων, σε έργα ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης με κατεύθυνση την αποκατάσταση του περιβάλλοντος δημόσιας συνάθροισης, (δημόσιο και ιδιωτικό), τότε (1) διπλασιάσαμε τους πόρους που θα επενδυθούν στο προσβάσιμο περιβάλλον, αλλά κυρίως (2) έχουμε τοποθετήσει “επιβλέποντα μηχανικό” τον ίδιο τον πολίτη που, προς συμφέρον του ίδιου, της οικογένειας του, της επιχείρησης του, της γειτονιάς του αλλά και της συνολικής απασχόλησης θα εκτελεστεί το έργο.

*Ο Δημήτρης Ρέμμος ήταν Σύμβουλος για τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό στο Υπ Υπουργείο Εργασίας την περίοδο  2013-15