Πόσα παιδιά μπορεί να βιώνουν εκφοβισμό ή βία στο σχολικό τους περιβάλλον και να μην το έχει αντιληφθεί κανείς, ούτε καν οι ίδιοι οι γονείς τους;

Αυτή είναι, δυστυχώς, η σκέψη που έρχεται στο μυαλό με κάθε νέο τέτοιο περιστατικό που βλέπει το φως τη δημοσιότητας, από τον μικρό Άλεξ και τον αδικοχαμένο Βαγγέλη Γιακουμάκη, μέχρι την τραγική αυτοκτονία του 15χρονου στην Αργυρούπολη.

Ο εκφοβισμός, δυστυχώς, δεν περιορίζεται στα σχολεία. Σίγουρα, εκεί χρειάζεται ιδιαίτερη και ευαίσθητη διαχείριση, δεδομένου ότι θύματα, θύτες αλλά και απλοί θεατές είναι παιδιά. Όμως, ο εκφοβισμός και η λεκτική ή ψυχολογική βία εξαπλώνονται σαν ιός σε κάθε μορφή κοινωνικών σχέσεων. Γιατί ο “νταής” του σχολείου μεθαύριο θα είναι ο “νταής” προϊστάμενος, συμφοιτητής, σύζυγος ή – ακόμα χειρότερα – γονιός, αναπαράγοντας ένα φαύλο κύκλο φόβου και βίας.

Το σχολείο, λοιπόν, δεν έχει την αποκλειστικότητα στα φαινόμενα αυτά, είναι όμως εκεί που πρέπει να γίνει η αρχή. Ένα ανοιχτό σχολείο για μία ανοιχτή κοινωνία.

Άμεσα μπορούν να γίνουν αλλαγές στον τρόπο που το κράτος διαχειρίζεται το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού:

  • υποχρεωτική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών για την ορθή αντιμετώπιση του bullying και των κακοποιητικών συμπεριφορών,
  • καμπάνιες ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης για τα παιδιά αλλά και για τους γονείς, ψυχολογική υποστήριξη μέσα στα σχολεία αλλά και σε επίπεδο κοινότητας, όπου τα θύματα θα μπορούν να απευθυνθούν εύκολα και ανώνυμα, αν το επιθυμούν,
  • δημιουργία μηχανισμού για την καταγραφή και διαχρονική παρακολούθηση του φαινομένου (π.χ. επαναλειτουργία του Παρατηρητηρίου για την πρόληψη της σχολικής βίας και του εκφοβισμού),
  • εκπαίδευση στη χρησιμοποίηση εναλλακτικών τεχνικών επίλυσης σύγκρουσης μέσα στο σχολικό περιβάλλον, όπως για παράδειγμα οι ομάδες διαμεσολάβησης (μια πρακτική που έχει προτείνει και ο Συνήγορος του Παιδιού),
  • και, φυσικά, ψηφιακή εκπαίδευση εκπαιδευτικών, γονέων και μαθητών για την αντιμετώπιση του ηλεκτρονικού εκφοβισμού, του λεγόμενου cyberbullying που λαμβάνει διαρκώς μεγαλύτερες διαστάσεις.

Όλα τα παραπάνω και μέσα από συνέργειες με οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, που ήδη δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό.

Και όλοι εμείς όμως, πρέπει να έχουμε κατά νου τον τρόπο που κινούμαστε και φερόμαστε στη δημόσια σφαίρα και πως αυτός μπορεί να ενισχύει την αντίληψη ότι ο εκφοβισμός, η έλλειψη ανεκτικότητας είναι αποδεκτές κοινωνικές συμπεριφορές.

Και όταν λέω εμείς, εννοώ και τους πολιτικούς και τους βουλευτές. Όταν μέσα στη Βουλή χρησιμοποιείται σεξιστικός, ομοφοβικός, κακοποιητικός λόγος, είναι υποκριτικό να παριστάνουμε τους σοκαρισμένους όταν τα ίδια φαινόμενα συμβαίνουν στην κοινωνία.

Τέλος, πρέπει να μάθουμε να μιλάμε ανοιχτά γι αυτά τα θέματα. Πρώτα απ όλα, να ενθαρρύνουμε τα ίδια τα θύματα να μιλήσουν.

Η αδυναμία, η ευαισθησία, η διαφορετικότητα δεν είναι ντροπή. Να ζητάς βοήθεια δεν είναι ντροπή. Η ντροπή ανήκει στους θύτες. Και αυτό πρέπει να το λέμε δυνατά και καθαρά με κάθε ευκαιρία.

*H Κατερίνα Μάρκου είναι Βουλευτής της ΝΔ στην Β’ Θεσσαλονίκης και απόφοιτος του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου με ειδίκευση την Ευρωπαϊκή Ιστορία και τον Πολιτισμό. Μετεκπαιδεύτηκε στο Πάντειο όπου και έλαβε το μεταπτυχιακό της δίπλωμα από το Τμήμα Ιστορίας και Πολιτικών Επιστημών