*της Θεώνης Κουφονικολάκου

Το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας είναι σκοτεινό. Ούτως ή άλλως, κρύβεται πίσω από κλειστές πόρτες, και διαχρονικά τα θύματα εκμυστηρεύονται και καταγγέλλουν με μεγάλη δυσκολία. Σε κάθε περίπτωση επομένως, μας διαφεύγει η πλήρης έκτασή του, καθώς και οι διαβαθμίσεις της έντασής του στο σύνολό τους.

Την περίοδο της κρίσης του κορονοϊού, το φαινόμενο οξύνθηκε σημαντικά, καθώς
αυξήθηκε, λόγω της απαγόρευσης κυκλοφορίας και του συνακόλουθου κατ’
οίκον περιορισμού, ο χρόνος της έκθεσης των θυμάτων στους κακοποιητικούς
θύτες.

Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Αντόνιο Γκουτέρες μίλησε για ένα «τρομακτικό παγκόσμιο κύμα» ενδοοικογενειακής βίας κατά την περίοδο της πανδημίας και ώθησε τις κυβερνήσεις να αυξήσουν τις προσπάθειες προκειμένου να αποτρέψουν την εκδήλωση βίας σε βάρος των γυναικών. Στα παιδιά όμως τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα, λόγω της περίπλοκης και ιδιαίτερα έντονης εξάρτησής τους από τους γονείς, που ως ασκούντες τη μέριμνα, με βάση τις προβλέψεις του Αστικού Κώδικα, εκπροσωπούν το παιδί σε όλες τις υποθέσεις του και αποτελούν επί της ουσίας τους θεσμικούς εγγυητές της προστασίας των δικαιωμάτων τους. Τι γίνεται όμως όταν οι ίδιοι οι ασκούντες τη μέριμνα, εκείνοι που  είναι επιφορτισμένοι με την προστασία του παιδιού, το κακοποιούν;

Οι μέρες του «μένουμε σπίτι» αναπόφευκτα φέρνουν τα παιδιά σε μια θέση ακόμη πιο έντονης αδυναμίας, καθώς απουσιάζει η επαφή με άλλα πρόσωπα εμπιστοσύνης όπως οι εκπαιδευτικοί, που μπορούν να γίνουν αποδέκτες πληροφοριών σε σχέση με την άσκηση ενδοοικογενειακής βίας ή να αναγνωρίσουν οι ίδιοι τη συμπτωματολογία της κακοποίησης στην εικόνα του παιδιού στο σχολείο.

Στην πρόσφατη κοινή δήλωση ηγετικών στελεχών στον τομέα της παιδικής προστασίας που δημοσίευσε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι «το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού βρίσκεται σε lockdown λόγω του covid-19 και η αναστολή λειτουργείας των σχολείων έχει επηρεάσει περισσότερα από 1,5 δισεκατομμύριο παιδιά. Οι περιορισμοί στις μετακινήσεις, η απώλεια εισοδήματος, η απομόνωση, ο συνωστισμός και τα υψηλά επίπεδα άγχους και αγωνίας αυξάνουν την πιθανότητα τα παιδιά να βιώνουν ή/και να γίνονται μάρτυρες σωματικής, ψυχολογικής και σεξουαλικής βίας στο σπίτι, ιδιαίτερα εκείνα τα οποίa διαβιούν σε δυσλειτουργικές οικογένειες».

ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ (ΟΤΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ)

Όμως για να καταστεί σαφές το πρόβλημα που δημιουργείται κατά την περίοδο ισχύος των προστατευτικών μέτρων ενάντια στον covid-19, θα πρέπει πρωτίστως να γίνουν κατανοητές οι συστημικές ανεπάρκειες και οι σημαντικές ελλείψεις καθ’ όλο το διάστημα πριν από αυτή την περίοδο. Και για να γίνει αυτό με τη σειρά του, είναι χρήσιμο να περιγραφεί σύντομα η
επιθυμητή ή σχεδόν ιδανική, με βάση τα υφιστάμενα εργαλεία και το θεσμικό πλαίσιο, κατάσταση σε σχέση με τη διαχείριση του φαινομένου. Σύμφωνα με το άρθρο 194της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, όπως κυρώθηκε με τον αυξημένης τυπικής ισχύος νόμο 2101/92, τα συμβαλλόμενα κράτη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να προστατέψουν το παιδί από κάθε μορφής βία, και τα μέτρα αυτά πρέπει να περιλαμβάνουν εκπόνηση κοινωνικών προγραμμάτων για την υποστήριξη του παιδιού και της οικογένειας.

Τα παιδιά δύσκολα θα αντιληφθούν ως κακοποίηση ή παραβίαση των δικαιωμάτων τους
αυτό που τους συμβαίνει, λόγω της αγάπης και της (συνήθως αδιαπραγμάτευτης) εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του γονέα.

Στο πλαίσιο αυτό, το πρώτο βήμα που είναι αναγκαίο να γίνει, ώστε να καταστεί εφικτή η όποια διαχείριση του προβλήματος, είναι καταρχάς η αναγνώρισή του. Λαμβάνοντας υπόψη μάλιστα ότι τα παιδιά σπανιότερα και δυσκολότερα θα καταγγείλουν τα ίδια την κακοποίησή τους, η αναγνώριση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Τούτο συμβαίνει διότι τα παιδιά επίσης δύσκολα θα αντιληφθούν ως κακοποίηση ή παραβίαση των δικαιωμάτων τους αυτό που τους συμβαίνει, λόγω της αγάπης και της (συνήθως αδιαπραγμάτευτης) εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του γονέα.

Δύο παράγοντες, πέρα από τους γείτονες και τους τρίτους, διαδραματίζουν εξαιρετικά
σημαντικό ρόλο στο μηχανισμό υποβολής καταγγελιών και την ενημέρωση της πολιτείας: το σχολείο και οι υπηρεσίες υγείας. Ειδικά το σχολείο, ιδανικά, παρέχει ένα ασφαλές περιβάλλον εμπιστοσύνης στο πλαίσιο της σχέσης που αναπτύσσει το παιδί με τον εκπαιδευτικό και μπορεί από πολύ νωρίς έγκαιρα δηλαδή, να διαγνώσει τα χαρακτηριστικά εκείνα που σχετίζονται με το φαινόμενο της κακοποίησης και να προχωρήσει στην αναφορά, σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 23 του ν.3500/066.

Για να συμβεί αυτό, ο εκπαιδευτικός θα πρέπει ασφαλώς να έχει επιμορφωθεί ειδικά ως προς την αναγνώριση και συγκροτημένη διαχείριση της κατάστασης. Θα πρέπει, ακόμη, στο σχολείο να ενισχύεται η συμμετοχή και οι συλλογικές προσπάθειες και να ενθαρρύνονται
οι σχέσεις μεταξύ των μαθητών, καθώς και η ενημέρωση για τα δικαιώματά τους, ώστε, ιδίως σε μεγαλύτερες ηλικίες, να μπορούν και τα άλλα παιδιά, υπερασπιζόμενα συμμαθητές τους, να καταγγείλουν τη βία σε βάρος άλλων παιδιών.

Ασφαλώς, ειδικά σε σχέση με τη σεξουαλική κακοποίηση, η αναγνώριση της παραβίασης θα πρέπει να γίνει και από το ίδιο το παιδί, το οποίο μάλιστα θα πρέπει να έχει εφοδιαστεί με τη γνώση από μικρή ηλικία ώστε να γνωρίζει τα όρια του σώματός του και το πότε αυτά παραβιάζονται. Επομένως, πέραν των ανωτέρω, θα πρέπει να διδάσκεται από μικρές ηλικίες στα σχολεία ένα curriculum σεξουαλικής αγωγής, που θα λαμβάνει υπόψη το εκάστοτε αναπτυξιακό στάδιο και τις ανάγκες των παιδιών.

Το επόμενο βήμα, εφόσον λειτουργεί απρόσκοπτα και αποτελεσματικά η παραπάνω διαδικασία, είναι η διερεύνηση. Το σχολείο ή άλλες υπηρεσίες θα πρέπει να καλέσουν την κοινωνική υπηρεσία στον τόπο κατοικίας του παιδιού. Στη συνέχεια κοινωνικοί λειτουργοί που έχουν εκπαιδευτεί σε ειδικό πρωτόκολλο για τη διερεύνηση και διαχείριση της κακοποίησης και της παραμέλησης, θα σπεύσουν προκειμένου να καταγράψουν τα χαρακτηριστικά της οικογένειας, τις εξειδικευμένες ανάγκες, την εκτίμησή τους σε σχέση με την ύπαρξη ή μη της κακοποίησης, αλλά και την αφήγηση του παιδιού (λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως το αναπτυξιακό του στάδιο).

Θα πρέπει να αξιολογηθεί το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, με γνώμονα τα εξατομικευμένα χαρακτηριστικά του, και να επιλεγεί το είδος της παρέμβασης,
ακούγοντας προσεκτικά και τη γνώμη του παιδιού, σύμφωνα με το άρθρο 12 της ΔΣΔΠ.

Τέλος (ένα τέλος που σημαίνει την αρχή μια άλλης ακολουθίας διαδικασιών), θα πρέπει να αξιολογηθεί το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, με γνώμονα τα εξατομικευμένα χαρακτηριστικά του, και να επιλεγεί το είδος της παρέμβασης, ακούγοντας προσεκτικά
και τη γνώμη του παιδιού. Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να επιλεγούν είτε η στήριξη της οικογένειας μέσω συμβουλευτικής καθοδήγησης ή/και διασύνδεσης με υπηρεσίες ψυχικής υγείας και η προσεκτική παρακολούθησή της σε βάθος χρόνου, είτε η προσωρινή απομάκρυνση του παιδιού με τοποθέτηση σε ανάδοχη οικογένεια (συγγενική ή άλλη) μέχρι να αξιολογηθεί η δυνατότητα επανένωσης με τη βιολογική οικογένεια, είτε –σε ιδιαίτερα ακραίες, μη αναστρέψιμες περιπτώσεις– η οριστική απομάκρυνση του παιδιού και η
τοποθέτηση σε εναλλακτική φροντίδα. Σε εναλλακτική φροντίδα κατάλληλη για
το παιδί και όχι σε ιδρύματα, τα οποία πρέπει να είναι η έσχατη λύση, με βάση
και τις προβλέψεις της ΔΣΔΠ.

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
ΤΗΣ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΤΙ ΙΣΧΥΕ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΑΥΤΗ

Τις ημέρες της κρίσης του κορονοϊού τα σχολεία είναι κλειστά. Άρα, μια ιδιαίτερα σημαντική πηγή πληροφόρησης της πολιτείας σε σχέση με τα περιστατικά κακοποίησης απουσιάζει εντελώς. Ωστόσο, ακόμη και κατά το διάστημα λειτουργίας των σχολείων και παρά την πρόβλεψη του άρθρου 23 του ν.3500/06, πολλοί εκπαιδευτικοί αναφέρουν προβλήματα στη διαδικασία της αναφοράς τέτοιων περιστατικών. Δεδομένου ότι δεν έχει θεσμοθετηθεί
πρωτόκολλο ή διαδικασία υποχρεωτικής επιμόρφωσης για τη διαχείριση της κακοποίησης, πολλοί εκπαιδευτικοί αναφέρουν αδυναμία αναγνώρισης του φαινομένου.

Στην αδυναμία αναγνώρισης της σεξουαλικής κακοποίησης συμβάλλει το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν έχει εισαχθεί μάθημα σεξουαλικής αγωγής στα σχολεία.

Επικαλούνται, επιπλέον, φόβο για τις νομικές διαδικασίες (στην περίπτωση υποβολής έγκλησης και μήνυσης από τους γονείς), καθώς και φόβο διατάραξης των σχέσεων με τη σχολική κοινότητα και την τοπική κοινωνία. Στην Ελλάδα, επίσης, πέρα από αποσπασματικές προσπάθειες (σε θεματικές εβδομάδες ή σε επιμέρους κεφάλαια άλλων μαθημάτων), δεν έχει εισαχθεί μάθημα σεξουαλικής αγωγής στα σχολεία, σε αντίθεση με πολλά άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε το παιδί να μπορεί έγκαιρα να αναγνωρίζει τα ανάρμοστα αγγίγματα ή τον κίνδυνο σεξουαλικής κακοποίησης και να τον αναφέρει σε πρόσωπα εμπιστοσύνης.

Την περίοδο της πανδημίας, επίσης, είναι πολύ πιο δύσκολη η λειτουργία των κοινωνικών υπηρεσιών, που καλούνται, σύμφωνα με τα παραπάνω, να κάνουν τη διερεύνηση και να αξιολογήσουν και εισηγηθούν προς την αρμόδια εισαγγελία το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, λόγω του περιορισμού των φυσικών επαφών στο πλαίσιο των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας. Ωστόσο, από πολύ καιρό πριν από την κρίση, οι κοινωνικές υπηρεσίες λειτουργούν σε όλη την επικράτεια υποστελεχωμένες, οι επιμορφώσεις που γίνονται είναι αποσπασματικές και χωρίς συνοχή και οι πρακτικές διαχείρισης ιδιαίτερα ανομοιογενείς
σε όλη την επικράτεια, γεγονός το οποίο σχετίζεται με την έλλειψη ενιαίου θεσμικού πλαισίου για τις κοινωνικές υπηρεσίες Τοπικής Αυτοδιοίκησης α ́ και β ́ βαθμού της χώρας. Η χαρτογράφηση των αναγκών και των προβλημάτων που πρόσφατα επιχείρησε ο Συνήγορος του Πολίτη, ειδικά για τα ζητήματα διερεύνησης της κακοποίησης σε βάρος παιδιών σε κοινωνικές υπηρεσίες των πιο μεγάλων σε πληθυσμό δήμων σε όλη την επικράτεια, κατέδειξε, επιπροσθέτως των παραπάνω, διαφοροποίηση ακόμη και σε σχέση με την ενεργοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών. Οι περισσότερες υπηρεσίες δεν προβαίνουν καθόλου σε διερεύνηση δίχως εισαγγελική εντολή και άλλες (σημαντικά λιγότερες) κινητοποιούνται με μόνη την επικοινωνία με το σχολείο ή με εκπαιδευτικές δομές (Περιφερειακά Κέντρα Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού και Κέντρα Εκπαιδευτικής και Συμβουλευτικής Υποστήριξης). Όλες όμως οι υπηρεσίες υπογράμμισαν τη σημασία της, σε χρονικό βάθος, παρακολούθησης της οικογένειας, που οι πόροι του συστήματος δεν επιτρέπουν να γίνει ολοκληρωμένα αυτή τη στιγμή.

Ο θεσμός της αναδοχής λειτουργεί διαχρονικά αναιμικά στην Ελλάδα και, στις περιπτώσεις που κρίνεται αναγκαία η απομάκρυνση των παιδιών, η μοναδική επί της ουσίας παρέμβαση εκ μέρους της πολιτείας είναι η τοποθέτηση σε ίδρυμα, παρότι οι δομές αυτές, σε μεγάλο βαθμό, θεωρούνται συστημικά κακοποιητικές.

Στο σκέλος της παρέμβασης ο κορονοϊός επιδεινώνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση, διότι τις ημέρες αυτές δεν μπορεί να γίνει διασύνδεση της οικογένειας με υπηρεσίες, ώστε να λάβουν οι γονείς και τα παιδιά συμβουλευτική καθοδήγηση και υποστήριξη. Όμως, και πριν από το διάστημα του περιορισμού των επαφών και της απαγόρευσης κυκλοφορίας, οι υπηρεσίες ήταν υποστελεχωμένες, με μεγάλες λίστες αναμονής. Επιπρόσθετα, ο θεσμός της
αναδοχής λειτουργεί διαχρονικά αναιμικά στην Ελλάδα και, στις περιπτώσεις που κρίνεται αναγκαία η απομάκρυνση των παιδιών, η μοναδική επί της ουσίας παρέμβαση εκ μέρους της πολιτείας είναι η τοποθέτηση σε ίδρυμα, παρότι οι δομές αυτές, σε μεγάλο βαθμό, θεωρούνται συστημικά κακοποιητικές.

ΤΑ ΕΚΤΑΚΤΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Ο συλλογισμός με τις τρεις παραμέτρους της ιδανικής κατάστασης, των υφιστάμενων δυσκολιών, λόγω κορονοϊού, και των διαχρονικών ελλείψεων στόχο έχει να καταδείξει ότι μπορούν βεβαίως να ληφθούν μέτρα έκτακτης ανάγκης κατά το διάστημα που η Ελλάδα και ο υπόλοιπος κόσμος ταλανίζεται από την πανδημία, ωστόσο η έκταση των βαθιά εγκατεστημένων προϋπαρχόντων προβλημάτων επιβάλλει έναν συγκροτημένο σχεδιασμό, με διαρθρωτικές αλλαγές και παρεμβάσεις μεσομακροπρόθεσμα.

Σε αυτό το στάδιο της έκτακτης ανάγκης καμπάνιες ευαισθητοποίησης μπορούν να λειτουργήσουν βοηθητικά. Για παράδειγμα, υπάρχουν ακόμη γονείς και πρόσωπα φροντίδας που δεν γνωρίζουν τι συνιστά σωματική τιμωρία, ότι απαγορεύεται και τιμωρείται από το νόμο και ότι έχει συντριπτικές επιπτώσεις στον ψυχισμό και στην ανάπτυξη του παιδιού. Κάποιοι γονείς ενδέχεται να επηρεαστούν θετικά με τη διάδοση της σχετικής πληροφορίας. Συν τοις άλλοις, οι καμπάνιες συμβάλλουν στη δημιουργία μιας κοινωνικής κουλτούρας σε σχέση με την ηθικοκοινωνική απαξία της βίας σε βάρος των παιδιών (και όχι μόνο) και στη
δημιουργία αναπαραστάσεων με επιτελεστική δύναμη για την αντιμετώπιση του
φαινομένου μακροπρόθεσμα. Πολλά από τα ζητήματα της κακοποίησης σχετίζονται και με τους παράγοντες της φτώχειας, της αποστέρησης και εν γένει της ευαλωτότητας των οικογενειών (π.χ. τα παιδιά με αναπηρίες θεωρούνται ομάδα υψηλού κινδύνου για την κακοποίηση). Ως εκ τούτου, οι υπηρεσίες θα πρέπει να είναι σημείο αναφοράς από πριν.

Ωστόσο, τα περισσότερα οικογενειακά προβλήματα έχουν πιο βαθιές και πιο δύσκολα προσβάσιμες ρίζες και δύσκολα αμβλύνονται με απλή ενημέρωση των γονέων για τις τραυματικές επιπτώσεις της κακοποίησης. Πολλά από τα ζητήματα της κακοποίησης σχετίζονται και με τους παράγοντες της φτώχειας, της αποστέρησης και εν γένει της
ευαλωτότητας των οικογενειών (π.χ. τα παιδιά με αναπηρίες θεωρούνται ομάδα
υψηλού κινδύνου για την κακοποίηση). Ως εκ τούτου, οι υπηρεσίες θα πρέπει να είναι σημείο αναφοράς και να υποστηρίζουν σε επίπεδο κοινότητας τις οικογένειες, πριν –και όχι μόνο μετά– την εκδήλωση του φαινομένου.

Για τις μέρες του κορονοϊού μπορούν να διαμορφωθούν ακόμη και πρωτόκολλα έκτακτων εξ αποστάσεως παρεμβάσεων από τις υπηρεσίες, λαμβάνοντας υπόψη την πρωτόγνωρη εμπειρία του lockdown της πανδημίας. Όμως, δίχως γενναίες αποφάσεις και παρεμβάσεις για τη συνολική αναμόρφωση του συστήματος της παιδικής προστασίας, ο στόχος της καταπολέμησης της ενδοοικογενειακής βίας, της προστασίας των παιδιών και του σεβασμού των δικαιωμάτων τους θα μοιάζει μακρινός τόσο στην περίοδο της πανδημίας και του κατ’ οίκον περιορισμού όσο και μετά από αυτή.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Συνήγορος επανειλημμένα έχει προτείνει, υποβάλλοντας
αναλυτικές συστάσεις, τη συγκροτημένη ενίσχυση και οριοθέτηση του ρόλου του
συστήματος αναγνώρισης, μέσω της εισαγωγής του πρωτοκόλλου Διερεύνησης,
Διάγνωσης και Διαχείρισης της κακοποίησης και παραμέλησης του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, σε όλες τις υπηρεσίες που έρχονται σε επαφή με παιδιά, καθώς και την υποχρεωτική επιμόρφωση των αστυνομικών, εισαγγελέων-δικαστών, εκπαιδευτικών και κοινωνικών λειτουργών στις κοινωνικές υπηρεσίες σε σχέση με τη μεθοδολογία και την προσέγγιση που πρέπει να ακολουθείται σε περιπτώσεις κακοποίησης, κατά το λόγο αρμοδιότητάς τους.

Έχει εισηγηθεί, επίσης, την ενίσχυση των υπηρεσιών που είναι κομβικής σημασίας
για την πρόληψη της κακοποίησης και την εκ των υστέρων παρέμβαση, καθώς
και την αναβάθμιση του θεσμού της αναδοχής, που αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο με στόχο την αποφυγή της περαιτέρω θυματοποίησης του παιδιού εντός των επίσης κλειστών τοίχων ενός ιδρύματος. Στην ίδια κατεύθυνση, της αποφυγής δηλαδή της δευτερογενούς και
επαναλαμβανόμενης θυματοποίησης του παιδιού, είναι και τα Αυτοτελή Γραφεία προστασίας Ανηλίκων Θυμάτων («Σπίτια του Παιδιού»), που έχουν θεσμοθετηθεί ως χώροι, μεταξύ άλλων, δικανικής εξέτασης παιδιών-θυμάτων βίας από το 2017, πλην όμως μέχρι σήμερα δεν έχουν λειτουργήσει πουθενά στην Ελλάδα.

Οι επιπτώσεις της ενδοοικογενειακής βίας, ανάλογα με το είδος της (σωματική, ψυχολογική, σεξουαλική) και την έντασή της, ποικίλλουν και είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Ενδεικτικά, μπορούν να περιλαμβάνουν εμφάνιση ψυχολογικών διαταραχών, χαμηλή σχολική επίδοση, προβλήματα κοινωνικοποίησης κ.ά., ενώ η βία που δέχονται τα παιδιά αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για χρήση σωματικής βίας στην ενήλικη ζωή τους.

Άρα, είναι σημαντικό να επισημανθεί, κλείνοντας, ότι η κακοποίηση των παιδιών υπονομεύει συνολικά την κοινωνική συνοχή και ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο το οποίο υπήρχε πριν την έξαρση του κορονοϊού και δυστυχώς με ασφάλεια μπορούμε να προβλέψουμε ότι θα υπάρχει και μετά από αυτόν. Επομένως, η κατάρτιση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού είναι μια ευκαιρία να σχεδιαστεί οριοθετημένα και συγκροτημένα ένα σύστημα διαχείρισης του φαινομένου, με μετρήσιμους δείκτες και ρεαλιστικούς στόχους, το οποίο αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει, προκειμένου να διασυνδεθούν υπηρεσίες και διεπιστημονικές ομάδες στη βάση ενιαίων πρωτοκόλλων και να
προστατευθούν τα παιδιά τόσο από τη βία καθαυτή όσο και από τις τραυματικές
παρεμβάσεις τού επί του παρόντος ανερμάτιστου συστήματός μας.

Σε αυτή τη διαδρομή έχει, επίσης, μεγάλη σημασία η αποφυγή των διπλών
μηνυμάτων. Όταν λέμε ότι θέλουμε να προστατέψουμε και να σεβαστούμε τα
δικαιώματα των παιδιών, θα πρέπει να είμαστε σε θέση να το πράξουμε με
ειλικρίνεια και εντιμότητα, γιατί αυτή είναι και η μόνη στάση που αρμόζει όταν
απευθυνόμαστε σε παιδιά.

*Η Θεώνη Κουφονικολάκου είναι Βοηθός Συνήγορου του Πολίτη για Δικαιώματα του Παιδιού 

**Αναδημοσίευση ανάλυσης από το ινστιτούτο εναλλακτικών πολιτικών https://www.enainstitute.org/