*της Ιωάννας Φωτιάδη

Τον χαρακτήρισαν τον «πρώτο ακτιβιστή γιατρό της Ιταλίας». Στα μάτια των χιλιάδων ασθενών του, φορέων του HIV, φάνταζε ως μικρός θεός που έδινε παράταση ζωής πολλών ετών, ενώ συνέβαλε αποφασιστικά στη σταδιακή αποτίναξη του κοινωνικού στίγματος. Οι φοιτητές του τον θυμούνται ως χαρισματικό δάσκαλο και οι συνάδελφοι του ως φιλόδοξο επιστήμονα. Ο διάσημος 83χρονος λοιμωξιολόγος Φερνάντο Αγιούτι, στις αρχές του χρόνου και περίπου έναν μήνα μετά την οικειοθελή απόσυρσή του από την ενεργό δράση, πέρασε στην αιωνιότητα. Εμεινε στην ιστορία ως ο γιατρός που έδωσε «το φιλί της ζωής» στους οροθετικούς.

Οι ακαδημαϊκές του επιδόσεις υπήρξαν αξιοζήλευτες. Ο «Dottore», όπως τον αποκαλούσαν οι οικείοι του, γεννημένος το 1935 στο Ουρμπίνο, σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Σαπιέντσα, όπου υπήρξε καθηγητής στην ανώτερη βαθμίδα από το 1980 έως το 2007, ενώ το 2010 ανακηρύχθηκε ομότιμος καθηγητής. Με πάνω από 600 επιστημονικές δημοσιεύσεις, υπήρξε υπεύθυνος των διδακτορικών προγραμμάτων στην ανοσολογία, συμβάλλοντας καθοριστικά στη βελτίωση των θεραπειών για τον ιό του έιτζ. Ακόμα και μετά την επίσημη συνταξιοδότησή του, συνέχισε την έρευνα στην πολυκλινική Gemelli, απ’όπου αποχώρησε στις 20 Δεκεμβρίου του 2018.

Η ιδέα να απαθανατιστεί φωτογραφικά να φιλάει στο στόμα μια κοπέλα που είχε μολυνθεί με τον HIV, που θεωρούνταν τότε ακόμα από πολλούς θανατηφόρος, γεννήθηκε αυθόρμητα και πήρε σάρκα και οστά στο περιθώριο ενός συνεδρίου. «Ήμασταν στην Κατάνη, όταν ακούσαμε στις ειδήσεις πληροφορίες για τη μετάδοση του ιού που δεν ίσχυαν», λέει στην «Κ» από το Μιλάνο η 52χρονη σήμερα Ροζάριο Ιαρντίνο, το πάλαι ποτέ 25χρονο κορίτσι της φωτογραφίας. «Λάβαμε από κοινού την απόφαση, για να στείλουμε ένα ηχηρό μήνυμα προς όλους», διευκρινίζει. «Υπολογίζαμε ότι ο κόσμος θα σκεφτόταν ότι, αν ένας διεθνώς καταξιωμένος ανοσολόγος προχωρά σε μια τέτοια κίνηση, θα βασίζεται σε επιστημονική βάση ότι ο ιός δεν μεταδίδεται από ένα φιλί». Η φωτογραφία της 2ας Δεκεμβρίου 1991 έκανε πράγματι τον γύρο του κόσμου, προκαλώντας γόνιμο προβληματισμό στην κοινωνία και στην επιστημονική κοινότητα.

Το προηγούμενο διάστημα είχε υπάρξει δύσκολο για τη νεαρή τότε Ιταλίδα. «Μου είχαν ανακοινώσει ότι είχα έναν χρόνο ζωής, δεν μπορούσα να το αποδεχθώ αγόγγυστα, είχα ήδη βιώσει τον θάνατο πολλών φίλων μου από τον ιό, είχα χάσει πολλές φορές την ελπίδα μου». Οσα ήταν τότε γνωστά για τον HIV συνέβαλαν στην περιθωριοποίηση των ασθενών.

«Η προκατάληψη ήταν πιο μεταδοτική από τον ίδιο τον ιό», είχε πει σε συνέντευξη του ο Αγιούτι, «οι οροθετικοί πέθαιναν ο ένας μετά τον άλλον και δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Ο πρώτος ασθενής ήρθε στο ιατρείο μου το 1983. Εκτός από τον ιό, ήταν μολυσμένος και από ένα τεράστιο κοινωνικό στίγμα, ίσως αυτό ήταν ακόμη πιο επικίνδυνο». Και στους κόλπους της επιστημονικής κοινότητας οι διακρίσεις αποτελούσαν καθημερινότητα. «Οι οδοντίατροι αρνούνταν να τους αναλάβουν, οι συνάδελφοί μου στο νοσοκομείο ζητούσαν να χειρουργούν σε διαφορετικά δωμάτια από εμένα, οι υπόλοιποι νοσηλευόμενοι ζητούσαν εξιτήριο», έλεγε χρόνια αργότερα ο Αγιούτι.

Η Ιαρντίνο συναντά τον Αγιούτι στα τέλη του ’80 σε μια συνέλευση. «Υστερα από λίγο καιρό, μου πρότεινε να συμμετάσχω στις εργασίες του ANLAIDS (National Association for Fight Against AIDS) που είχε ιδρύσει ο ίδιος το 1985 και στο οποίο έγινα μετά γεν. γραμματέας», απαντά η ίδια, που σήμερα ηγείται της ΜΚΟ The Bridge, η οποία έχει ως αντικείμενο τις χρόνιες νόσους, μεταξύ των οποίων και το έιτζ. «Από την αρχή ένιωσα ότι είχα απέναντί μου έναν άνθρωπο αποφασισμένο, με ισχυρή προσωπικότητα, έναν ικανό επιστήμονα που αφουγκραζόταν εξίσου τις ανάγκες των ανθρώπων». Η σχέση τους, ωστόσο, υπήρξε θυελλώδης. «Ήταν μια σχέση αγάπης – μίσους», επισημαίνει, «τον αγαπούσα γιατί ήταν κομμάτι της ζωής μου, αλλά υπήρχαν ζητήματα στα οποία είχαμε διαμετρικά αντίθετες απόψεις, προσπαθούσαμε όμως να βρίσκουμε ένα κοινό σημείο επαφής». Σταδιακά, βέβαια, γιατρός και ασθενής απομακρύνθηκαν. Εκείνος συνέχιζε την καριέρα του στη Ρώμη, στο Πανεπιστήμιο Σαπιέντσα, ενώ εκείνη ζούσε στο Μιλάνο. Με το ασπρόμαυρο «φιλί», το νήμα που τους συνέδεε νοητά σε όλη τους τη ζωή, τράβηξαν και οι δύο τα φώτα της δημοσιότητας. Για πολλά χρόνια σταματούσαν την Ιαρντίνο στον δρόμο περαστικοί ζητώντας συμβουλές για τον HIV, κάτι που συνεχίζει να κάνει εδώ και 27χρόνια από διαφορετικά μετερίζια. Η δε κοινότητα των οροθετικών αποτίει έκτοτε φόρο τιμής στον Αγιούτι, που με το έργο του μοιάζει να πραγματοποίησε μια προαναγγελθείσα προφητεία, αφού στα ιταλικά «aiuti» σημαίνει «βοηθάς».

Στην ιατρική κοινότητα κάποιοι εξεπλάγησαν με την τολμηρή κίνηση του Αγιούτι, άλλοι όμως τη βρήκαν συμβατή με την προσωπικότητά του. «Ο Φερνάντο ήταν εξ αρχής ένας γιατρός που ήθελε να ξεχωρίσει», σημειώνει συνομήλικός του γιατρός στο Σαπιέντσα. «Επέλεξε τον συγκεκριμένο τομέα, αφενός επειδή ήταν ακόμα αχαρτογράφητος, αφετέρου επειδή το έιτζ ήταν το υπ’ αριθμόν ένα θέμα της επικαιρότητας». Υπήρξε πολύ αγαπητός στους μαθητές και στους ασθενείς του, αλλά είχε αντιπαλότητες με συναδέλφους του. Εξ ου και ορισμένοι διέκριναν στο περίφημο «φιλί» και μια διάθεση αυτοπροβολής. Την ίδια τάση διαβάζουν πολλοί στο πέρασμά του από την πολιτική, στο κόμμα του Μπερλουσκόνι, με το οποίο εξελέγη στο δημοτικό συμβούλιο της Ρώμης.

Ο Αγιούτι, πάντως, κατόρθωσε και μέσω του θανάτου του να προκαλέσει ερωτήματα και συζητήσεις. Η ιταλική αστυνομία διερευνά ακόμα τις συνθήκες θανάτου του, υποπτευόμενη ότι ίσως επρόκειτο για ένα σκηνοθετημένο «σάλτο μορτάλε», στο οποίο προέβη λίγο μετά την εισαγωγή του λόγω ισχαιμικού επεισοδίου στην πολυκλινική Gemelli, που τόσο καλά γνώριζε. «Ισως έπεσε κατά λάθος, ίσως ηθελημένα. Στο πλατύσκαλο της Gemelli έμειναν μόνο οι παντόφλες του. Μία πτώση δέκα μέτρων […] και μετά σιωπή», περιγράφει η La Repubblica τη μοιραία πτώση του ηλικιωμένου Αγιούτι στις 9 Ιανουαρίου. Πολλοί πιστεύουν ότι δεν άντεξε την προοπτική της ζωής του συνταξιούχου και ότι, γνωρίζοντας την αναμενόμενη επιδείνωση της υγείας του, δεν ήθελε να ζήσει τη φθορά, που αναπόφευκτα πλησίαζε. «Είχε φθάσει στο σημείο να νιώθει παντοδύναμος, σαν θεός, οπότε θέλησε να ορίσει εκείνος το τέλος του».

*H Ιωάννα Φωτιάδη γεννήθηκε το 1981 στην Αθήνα. Το 1999 αποφοίτησε από το Λεόντειο Λύκειο και εισήχθη στη Φιλοσοφική Αθηνών (Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας). Στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Σαλτσμπουργκ, στην Αυστρία. Το διάστημα 2004-2007 έζησε στη Γερμανία, όπου πραγματοποίησε το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Λογοτεχνία και Media» (Πανεπιστήμιο του Μπαϊρόιτ), έκανε πρακτική άσκηση στο Ελληνικό Τμήμα της Deutsche Welle και παρακολούθησε εκπαιδευτικό σεμινάριο της Deutsche Welle Akademie για νέους δημοσιογράφους. Από το 2007 εργάζεται στον όμιλο της «Καθημερινής», αρχικά στα περιοδικά και από το 2008 ως συντάκτρια στο ελεύθερο τμήμα. Το Φθινόπωρο του 2013, στο πλαίσιο διμερούς συνεργασίας, μετέβη στο Βερολίνο, απ’όπου κάλυψε τις γερμανικές εκλογές για λογαριασμό της «Καθημερινής» και συνεργάστηκε με τη  εφημερίδα «Die Welt», όπου δημοσίευσε ρεπορτάζ σχετικά με την Ελλάδα. Από το 2010 μέχρι σήμερα έχει κάνει μεμονωμένες συνεργασίες με πολλά ξένα μέσα ( ARD, ZDF, Mare, France 2, AFP, Espresso κ.α.) σε θέματα που άπτονται της ελληνικής κρίσης και επικαιρότητας. Την ακαδημαϊκή χρονιά 2016-17 παρακολούθησε το e-learning πρόγραμμα του ΕΚΠΑ «Σύγχρονη Μετανάστευση και Πρόσφυγες στην Ελλάδα».

**Αναδημοσίευση άρθρου από την ιστοσελίδα kathimerini.gr όπως αυτό δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της Καθημερινής στις 2.2.2019

***Ευχαριστούμε τη δημοσιογράφο κυρία Ιωάννα Φωτιάδη για την ευγενική άδεια για αναδημοσίευση του άρθρου της.