Απογοητευτική έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας. Για τέσσερα δισεκατομμύρια ανθρώπους – το 55% του παγκόσμιου πληθυσμού – η μέριμνα του κράτους αποτελεί ακόμη άπιαστο όνειρο!!!
Ο 20ός ήταν ο αιώνας του «κοινού ανθρώπου», σύμφωνα με την περίφημη ρήση του 33ου αντιπροέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Χένρι Ουάλας. Ο αιώνας κατά τον οποίο ο «μέσος», όπως θα λέγαμε σήμερα, άνθρωπος κατέκτησε πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Και όμως, τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας διαπιστώνει ότι περισσότεροι από τους μισούς κατοίκους του πλανήτη δεν έχουν κοινωνική ασφάλιση. Και δεν απολαμβάνουν καμία προστασία και μέριμνα του κράτους σε δύσκολες περιόδους της ζωής τους, όπως είναι ας πούμε η περίοδος των γηρατειών. Για τέσσερα εκατομμύρια ανθρώπους – το 55% του παγκόσμιου πληθυσμού – η κοινωνική προστασία αποτελεί ακόμη άπιαστο όνειρο, σημειώνει σε έκθεσή του ο Οργανισμός. Για τους ανθρώπους αυτούς η πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη, η στήριξη της μητρότητας, η στήριξη της παιδικής ηλικίας και της οικογένειας εν γένει, η αρωγή στους ανέργους, στους ανάπηρους και στην τρίτη ηλικία είναι ζητήματα άγνωστα και αδιανόητα.
Αλλά και από το υπόλοιπο 45% των προνομιούχων πολλοί απολαμβάνουν μόνο μερική προστασία έναντι των απρόοπτων και των αναμενόμενων δυσκολιών της ζωής. Μόνο το 29% του παγκόσμιου πληθυσμού έχει πρόσβαση σε μια πλήρη και ολοκληρωμένη κοινωνική προστασία. Και ασφαλώς, όπως όλες οι μελέτες διαπιστώνουν, τα τελευταία χρόνια οι ασφαλιστικές καλύψεις, οι συντάξεις, η προστασία εν γένει διαρκώς μειώνονται και εκφυλίζονται.Οι εκφυλιστικές τάσεις των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας μετά την κατάρρευση του «αντιπάλου δέους» (της ΕΣΣΔ και του… μπαμπούλα του κομμουνισμού) αφορούν ασφαλώς τις χώρες της Δύσης. Δεν αφορούν τις κατ’ ευφημισμόν καλούμενες «αναπτυσσόμενες χώρες» (ο παλαιότερος όρος «Τρίτος Κόσμος» καταργήθηκε χάρη στην περιβόητη πολιτική ορθότητα) της Αφρικής, της Ασίας και της Μέσης Ανατολής.
Οι συνήθεις ευάλωτοι
Τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι, τα άτομα με ειδικές ανάγκες και οι άνεργοι κάθε χώρας, ανεξάρτητα από την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξή της, συμπεριλαμβάνονται όπως είναι γνωστό στις πλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Τα παιδιά ειδικότερα, σε ποσοστό μόλις 35% επωφελούνται από κάποιο σύστημα κοινωνικής προστασίας. Το ποσοστό αυτό υποχωρεί στο 27,5% για τους πάσχοντες από κάποια βαριά αναπηρία και στο 21,8% για τους ανέργους.
Από τους ηλικιωμένους του πλανήτη, ο αριθμός των οποίων χάρη κυρίως στην πρόοδο της ιατρικής επιστήμης αλλά και του δημογραφικού προβλήματος έχει αυξηθεί σημαντικά και σε απόλυτο αριθμό και σε ποσοστό επί του πληθυσμού της Γης, το 68% εισπράττει σύνταξη ή απολαμβάνει κάποια κρατική στήριξη εν γένει. Ωστόσο, όπως ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας υπογραμμίζει, πολλοί εξ αυτών ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας.
Τα κριτήρια της πρόνοιας
Αίσθηση προκαλεί η παρατήρηση των ερευνητών του διεθνούς Οργανισμού, που σημειωτέον ότι λειτουργεί υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, ότι τα κράτη με τα πλέον γενναιόδωρα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας και προστασίας δεν είναι και τα πλουσιότερα! Διότι τα κριτήρια για το επίπεδο και την ποιότητα της κοινωνικής προστασίας που παρέχουν οι κυβερνήσεις δεν είναι οικονομικά, αλλά πολιτικά και ιδεολογικά. Ασφαλώς οι μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία ή η Ισπανία, δαπανούν πάνω από το 15% του ΑΕΠ τους για την κοινωνική προστασία, εξαιρουμένων των δαπανών για την υγεία.
Στην αμέσως επόμενη κατηγορία όμως, των κρατών που δαπανούν από 10% έως 15% του ΑΕΠ τους για κοινωνική προστασία, βλέπουμε να κατατάσσονται χώρες με μεγάλες και ισχυρές οικονομίες, όπως η ΗΠΑ, αλλά και χώρες λιγότερο ισχυρές οικονομικά, όπως η Βραζιλία, ακόμα και η Αίγυπτος!