τός των επόμενων ημερών, αναμένεται να ανοίξει η ηλεκτρονική πλατφόρμα, μέσω της οποίας, όσοι ενδιαφέρονται να γίνουν ανάδοχοι ή θετοί γονείς, θα μπορούν να υποβάλουν αίτηση, δήλωσε η αναπληρώτρια υπουργός Κοινωνικής Αλληλεγγύης Θεανώ Φωτίου, προαναγγέλοντας την έναρξη της εφαρμογής του νέου νόμου για την αναδοχή και την υιοθεσία.

Μιλώντας σε εκδήλωση, με θέμα το νέο νόμο για την αναδοχή και την υιοθεσία, η κα Φωτίου χαρακτήρισε το νόμο παιδοκεντρικό, με τον οποίο κατοχυρώνονται τα δικαιώματα του παιδιού. Η αναπληρώτρια υπουργός Κοινωνικής Αλληλεγγύης έκανε λόγο για διαφανείς διαδικασίες, καθώς, όπως είπε, τόσο το κράτος όσο και ο κάθε εμπλεκόμενος (υποψήφιος θετός ή ανάδοχος γονιός), έχουν τη δυνατότητα ανά πάσα στιγμή να παρακολουθούν τη διαδικασία. Σύμφωνα με την κα Φωτίου, ο νόμος ορίζει ότι εντός 48 ωρών, το παιδί πρέπει να αποκτά ηλεκτρονικό φάκελο ενώ για όλα τα παιδιά που βρίσκονται ήδη στα ιδρύματα, πρέπει να δημιουργηθεί ο ηλεκτρονικός φάκελός τους. Μεταξύ άλλων, η κα Φωτίου σημείωσε ότι μέχρι τώρα, οι κοινωνικοί λειτουργοί που μπορούσαν να διεξάγουν την κοινωνική έρευνα, ήταν ελάχιστοι και απασχολούνταν στα Κέντρα Κοινωνικής Προστασίας και στις Περιφέρειες. «Πλέον, όλοι οι πιστοποιημένοι κοινωνικοί λειτουργοί από τον Σύνδεσμο Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδας αναλαμβάνουν να κάνουν τη σύνταξη της κοινωνικής έρευνας», συμπλήρωσε.

Από την πλευρά του, ο Γενικός Γραμματέας Κοινωνικής Αλληλεγγύης του υπουργείου Εργασίας Δημήτρης Καρέλλας, τόνισε: «Μετά από πολύ καιρό, έχουμε καταφέρει να είμαστε σε θέση να ξεκινήσουμε την υλοποίηση του νόμου για την αναδοχή και την υιοθεσία που έχει το εξής βασικό χαρακτηριστικό: ασχολείται, κυρίως, με το παιδί. Πρόκειται για έναν παιδοκεντρικό νόμο, που προστατεύει τα δικαιώματα του παιδιού και κινείται με βάση το βέλτιστο συμφέρον του». Ο κ. Καρέλλας επανέλαβε ότι, σύντομα, αναμένεται να ανοίξει η ηλεκτρονική πλατφόρμα, ενώ παράλληλα, έχουν δοθεί οδηγίες στις υπηρεσίες που έχουν παλαιότερες αιτήσεις υποψήφιων θετών ή ανάδοχων γονέων να ξεκινήσουν τη διαδικασία εγγραφής και να προηγηθούν αυτές οι περιπτώσεις όσον αφορά στην εξέταση των αιτήσεών τους, ανεξάρτητα σε ποιο στάδιο βρίσκονται.

«Σήμερα, είναι μία πολύ σημαντική ημέρα, όπως και οι ημέρες που θα ακολουθήσουν, γιατί ένας νόμος που «γεννήθηκε», για να υπηρετήσει τα παιδιά, αρχίζει να εφαρμόζεται και όλοι προσδοκούμε ότι τα πρώτα παιδιά που θα έχουν όφελος είναι τα παιδιά που ζουν ήδη μέσα στα ιδρύματα», δήλωσε η πρόεδρος του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Αττικής Σοφία Κωνσταντέλλια. Όπως είπε, τα παιδιά που βρίσκονται στα ιδρύματα είναι εκείνα τα οποία, κυρίως, θα επωφεληθούν. «Ο νόμος θα απαιτεί τον ατομικό σχεδιασμό για την οικογενειακή αποκατάστασή τους» υπογράμμισε η κ. Κωνσταντέλλια, επισημαίνοντας ότι είναι μη υγιές για την κοινωνία να αναλαμβάνει ένα ίδρυμα τη φροντίδα των παιδιών και να φτάνει το παιδί στην ενηλικίωση, για να φύγει από το ίδρυμα». «Αυτό είναι κάτι μη φυσικό και απαράδεκτο. Πλέον, υποχρεώνονται τα ιδρύματα και οι επιστήμονες των Κέντρων να καταγράφουν και να σκέφτονται τι είναι καλό για το παιδί και πού μπορεί να πάει, μετά από σύντομη παραμονή στο ίδρυμα ή στο Κέντρο. Αυτό θα σημαίνει κατά προτεραιότητα επιστροφή στη φυσική οικογένεια ή αναδοχή ή υιοθεσία, αν η οικογένεια δεν θα μπορέσει ποτέ να αναλάβει το παιδί της. Πρόκειται για μία τομή και αφορά όλα τα ιδρύματα», είπε η πρόεδρος του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Αττικής. Όπως σημείωσε, από τη στιγμή που θα μπαίνει ένα παιδί στο ίδρυμα, θα πρέπει να κατατίθεται σε τρεις μήνες το ατομικό σχέδιο οικογενειακής αποκατάστασης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της κ. Κωνσταντέλλια, 2.500 παιδιά περιμένουν μία ανάδοχη ή θετή οικογένεια. «Ανάμεσα σε αυτά, είναι παιδιά με δυσκολίες, με αναπηρίες, μεγαλύτερα παιδιά, εφηβικής ηλικίας. Μπορεί να μην βρεθεί οικογένεια για όλα αυτά τα παιδιά, αλλά η πολιτεία και οι επαγγελματίες έχουν υποχρέωση να ψάξουν οικογένεια για το κάθε παιδί. Είναι η ευθύνη μας. Το κάθε παιδί δικαιούται να είναι σε μία οικογένεια», δήλωσε η κ. Κωνσταντέλλια.

Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, ο νέος νόμος για την αναδοχή και την υιοθεσία εισάγει μία ενιαία διαδικασία για την επιλογή αναδόχου ή θετού γονέα, η οποία γίνεται ηλεκτρονικά και είναι απολύτως διαφανής. Ο υποψήφιος γονέας μπορεί να την παρακολουθήσει από το σπίτι του, μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας και να βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχουν σκοτεινές πλευρές, έτσι ώστε να μην αποθαρρύνεται.

Όλα τα παιδιά που πρόκειται να δοθούν για αναδοχή ή υιοθεσία, που σήμερα ζουν σε ιδρύματα ή εγκαταλείπονται σε δημόσια νοσοκομεία και μαιευτήρια, εγγράφονται στα μητρώα ανηλίκων και αποκτούν υποχρεωτικά ηλεκτρονικό φάκελο της καταγωγής τους, ο οποίος συμπληρώνεται με ατομικό σχέδιο για την αποκατάστασή του. Κάθε παιδί με την ενηλικίωσή του μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στο φάκελο και να μάθει για την καταγωγή του.

Μειώνεται ο χρόνος αναμονής ενός υποψήφιου ανάδοχου ή θετού γονέα με την ψηφιοποίηση όλων των σταδίων της διαδικασίας και με τη μεγάλη διεύρυνση του αριθμού των κοινωνικών λειτουργών που κάνουν την κοινωνική έρευνα. Με το νέο πλαίσιο, εκατοντάδες εκπαιδευμένοι και πιστοποιημένοι κοινωνικοί λειτουργοί του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (ΣΚΛΕ-ΝΠΔΔ) μπορούν να διεξάγουν την κοινωνική έρευνα, μειώνοντας, έτσι, το χρόνο αναμονής στο ελάχιστο. Προβλέπονται 8 έως 12 μήνες αναμονής, με απόλυτα επιστημονικές και διαφανείς διαδικασίες.

Θεσπίζονται ειδικά και, στη συνέχεια, εθνικά μητρώα υποψήφιων αναδόχων ή υποψήφιων θετών γονέων στα οποία καταγράφονται με ενιαίο τρόπο πανελλαδικά οι οικογένειες ή και τα μεμονωμένα φυσικά πρόσωπα που ενδιαφέρονται να γίνουν ανάδοχοι ή θετοί γονείς.

Τα εθνικά μητρώα εξασφαλίζουν ότι ο κάθε υποψήφιος ανάδοχος ή θετός γονέας μπορεί να βρει το παιδί που περιμένει ανάμεσα σε όλα τα παιδιά που αναζητούν οικογένεια σε οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδας, ανεξάρτητα από το που έχει υποβάλει την αίτησή του.

Η αναδοχή ολοκληρώνεται με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης, ενώ για την υιοθεσία δρομολογείται η νομική διαδικασία, για να ληφθεί η σχετική δικαστική απόφαση.

Το πληροφοριακό σύστημα διασφαλίζει την ισονομία, αφού για κάθε παιδί αναζητείται ο κατάλληλος ανάδοχος ή θετός γονέας, με απόλυτο σεβασμό στη σειρά προτεραιότητας, που καθορίζεται από την εγγραφή στο εθνικό μητρώο υποψήφιων αναδόχων ή θετών γονέων, αντίστοιχα.