Έξι μήνες συγκρούσεων μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας- δύο αγροκτηνοτροφικές δυνάμεις, έχουν βυθίσει το παγκόσμιο επισιτιστικό σύστημα σε μια άνευ προηγουμένου καταστροφή, αφήνοντας εκατομμύρια ανθρώπους αντιμέτωπους με την πείνα, γράφει το Politico σε ένα δημοσίευμα- «καμπανάκι» για την επισιτιστική ασφάλεια του πλανήτη.

Ο πόλεμος επιδεινώνει μια κρίση που έχει ήδη τροφοδοτηθεί από την κλιματική αλλαγή, το αυξημένο κόστος ζωής και την αύξηση των τιμών των λιπασμάτων που δημιουργεί την πιο οξεία παγκόσμια επισιτιστική κρίση εδώ και δεκαετίες. Μια συμφωνία με τη μεσολάβηση του ΟΗΕ για το άνοιγμα της Μαύρης Θάλασσας έστω για τα πλοία τροφίμων μπορεί να μην είναι αρκετή για να ανακουφίσει τα εκατομμύρια των ανθρώπων που αγωνίζονται για ένα πιάτο φαΐ σε όλη την Αφρική, την Ασία και τη Μέση Ανατολή.

«Δουλεύω σε αυτόν τον τομέα τώρα για περισσότερα από 15 χρόνια και αυτή για μένα είναι η χειρότερη κρίση που έχουμε δει», δήλωσε η Καρίν Σμόλερ, επικεφαλής του Shamba Centre, ένα Think Tank που εργάζεται για τον τερματισμό της παγκόσμιας πείνας.

Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις προσπαθούν να προετοιμαστούν για ακόμη πιο αυξημένα επίπεδα πείνας, καθώς αντιμετωπίζουν ένα ετήσιο κενό 14 δισεκατομμυρίων ευρώ στις δαπάνες για την επισιτιστική ασφάλεια, σύμφωνα με έκθεση του 2020 της Ceres 2030, επίσης άλλο Think Tank, διεθνούς βεληνεκούς. Ο πόλεμος της Μόσχας στην «ψωμιέρα» της Ευρώπης έχει κλονίσει σοβαρά την παγκόσμια αγορά τροφίμων, αναγκάζοντας τις ανθρωπιστικές οργανώσεις να μειώσουν τις μερίδες τροφίμων σε χώρες όπως η Υεμένη.

Τριάντα έξι χώρες βασίζονται στην Ουκρανία και τη Ρωσία για περισσότερες από τις μισές εισαγωγές σιταριού τους.

Μια ειδική ομάδα διαχείρισης κρίσεων του ΟΗΕ παρακολουθεί περισσότερες από 60 χώρες που δυσκολεύονται να πληρώσουν για τις εισαγωγές τροφίμων. Οι υψηλές τιμές ενέργειας και η αστάθεια στην αγορά τροφίμων έχουν ασκήσει πρόσθετη πίεση στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Απομακρύνεται ο στόχος εξάλειψης της πείνας μέχρι το 2030
Καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι πεινούν παγκοσμίως, ο στόχος των Ηνωμένων Εθνών για τον τερματισμό της πείνας μέχρι το τέλος της δεκαετίας φαίνεται να είναι πιο μακριά από ποτέ.

Η ξηρασία πλήττει το Κέρας της Αφρικής, αφήνοντας περίπου 26 εκατομμύρια ανθρώπους να αντιμετωπίζουν ελλείψεις τροφίμων στην Κένυα, την Αιθιοπία και τη Σομαλία τους επόμενους έξι μήνες. Περισσότερα από 7 εκατομμύρια ζώα έχουν ήδη αφανιστεί. Σε ολόκληρη την Ανατολική Αφρική συνολικά, περίπου 50 εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια.

Ο Γιαν Έγκελαντ, γενικός γραμματέας του Νορβηγικού Συμβουλίου Προσφύγων, μια οργάνωση για τα ανθρώπινα δικαιώματα έγραψε στο Twitter: «Ένας λιμός που μπορεί να αποφευχθεί εντελώς απειλεί την περιοχή του Κέρας της Αφρικής».

«Αυτή είναι η «μεγα-κρίση για την οποία κανείς δεν μιλάει», είπε.

Στον Λίβανο, επίσης μεγάλος εισαγωγέας ρωσικού και ουκρανικού σιταριού, ο πραγματικός πληθωρισμός στις τιμές των τροφίμων κυμαινόταν στο 122%. Ο πληθωρισμός των εγχώριων τιμών των τροφίμων είναι υψηλός σε όλες σχεδόν τις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα.

Ο OHE προειδοποιεί για ''κόλαση'' στα τρόφιμα- Μεταναστευτική κρίση στην Ευρώπη

Οι χώρες που απειλούνται περισσότερο
Αυτό σημαίνει ότι είναι δύσκολο για τους ανθρώπους να αγοράσουν φαγητό ακόμη και σε μέρη όπου δεν υπάρχει έλλειψη. Οι άνθρωποι πληρώνουν περισσότερα για είδη πρώτης ανάγκης παντού, από το Περού μέχρι το Μπουρούντι. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα, ένα αιρθμός ρεκόρ 49 εκατομμυρίων ανθρώπων σε 46 χώρες θα μπορούσαν να πέσουν σε λιμό ή «συνθήκες που μοιάζουν με λιμό» εν μέσω της επισιτιστικής κρίσης.

Οι χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο είναι η Αιθιοπία, η Νιγηρία, το Νότιο Σουδάν, το Αφγανιστάν, η Σομαλία και η Υεμένη, όπου υπάρχουν αυτήν τη στιγμή 750.000 άνθρωποι που που πεθαίνουν από την πείνα, εκ των οποίων οι 400.000 μόνο στην περιοχή Τιγκράι της Αιθιοπίας, όπου μαίνεται εμφύλιος πόλεμος.

Τα χαμηλά συναλλαγματικά αποθέματα δυσκόλεψαν τη Σρι Λάνκα να εισάγει τρόφιμα. Η εκδιωχθείσα κυβέρνηση προσπάθησε να βελτιώσει την κρίση του ισοζυγίου πληρωμών της με την απαγόρευση της εισαγωγής λιπασμάτων, η οποία -σε συνδυασμό με την πλήρη απαγόρευση της χρήσης τους,οδήγησε στην καταστροφή της μισής καλλιέργειας ρυζιού της χώρας.

«Η εγχώρια παραγωγή τροφίμων έχει μειωθεί απότομα τον περασμένο χρόνο. Οι ελλείψεις καυσίμων έχουν κάνει την παραγωγή, τη μεταποίηση, τη μεταφορά και το λιανικό εμπόριο πολύ δύσκολη και οι εισαγωγές τροφίμων και καυσίμων είναι απαγορευτικά ακριβές», δήλωσε ο Σαλμάλι Γκουτάλ, εκτελεστικός διευθυντής της Focus on the Global South, ακόμα ένα Think Tank.