*της Φαίης Θειακού

Παπούτσια από δεύτερο χέρι. Μαντήλια και κασκόλ από δεύτερο χέρι. Παιχνίδια με μπουρμπουλήθρες. Καθαριστικό ρούχων. Τι κοινό μπορεί να έχουν όλα αυτά;

Για τους κατοίκους της επαρχιακής Γεωργίας αποτελούν την μοναδική σύνδεσή τους με τον σύγχρονο κόσμο. Με αντάλλαγμα κάποια κιλά πατάτες, αναλόγως το προϊόν που τους ενδιαφέρει, μπορούν να προμηθευτούν τα παραπάνω από τον Gela, τον μικροπωλητή που με το φορτηγάκι του διασχίζει τις εσχατιές της χώρας.

Εικόνες γκρίζες, αργές σε κίνηση και πανομοιότυπες εναλλάσσονται στην οθόνη καθώς, το φορτηγάκι περνά την ύπαιθρο. Θα έλεγε κανείς πως αυτές οι εικόνες μοιάζουν με τους στενούς ορίζοντες της επαρχίας, με την σκηνοθέτη, Tamta Gabrichidze, να προσπαθεί να διασώσει από την λήθη έναν κόσμο που πιστεύουμε πως έχουμε αφήσει πίσω και, όμως, είναι ακόμα εκεί. Εκεί, όπου τα χρήματα είναι συνήθως ένα άνευ ουσίας χαρτί ενώ, οι πατάτες, το μόνο προϊόν που βοηθά στο να περάσει ακόμη μία ημέρα για την, ούτως ή άλλως, δύσκολη ζωή των κατοίκων των χωριών αυτών.

Η νεανική ορμή των παιδιών που ζουν στις επαρχίες αυτές, μοιάζει παγιδευμένη, προσκρούοντας στα σύγχρονα αδιέξοδα που βιώνουν οι οικογένειές τους, η σκληρότητα των οποίων αποτυπώνεται με τρόπο ρεαλιστικό σε αυτό το μόλις 25 λεπτών φιλμ με τον τίτλο «Ο έμπορος-(Sovdagari)» και στο οποίο, παρουσιάζονται τα δεινά των κατοίκων αυτών των περιοχών τα οποία, γίνονται αισθητά από το πρώτο κιόλας λεπτό.

Λένε, πως τα όνειρα είναι αναπόφευκτα για κάθε άνθρωπο, όμως σε αυτή την κοινωνία, στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία, αναπόφευκτη είναι και κάθε παραίτηση από αυτά. Και αυτό, είναι κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον σκοπό κάθε κοινωνίας, ο οποίος και θα έπρεπε να είναι να δοθούν ευκαιρίες στα παιδιά της ώστε, αυτά να καταφέρουν να εκπληρώσουν τα όνειρά τους.

Αυτός είναι και ο λόγος που η πιο φορτισμένη στιγμή της ταινίας είναι όταν, κοντά στο τέλος της, η σκηνοθέτης ρωτά ένα νεαρό αγόρι, το οποίο προηγουμένως κοίταζε με δέος τα πράγματα που ο Gela είχε στο πίσω μέρος του φορτηγού του, ποια είναι τα όνειρά του. Το ίδιο, μοιάζει να απορεί και να κοιτά όντας ανήμπορο να απαντήσει. Η μητέρα του, δηλώνει πως θέλει να γίνει δημοσιογράφος, όμως και πάλι το αγόρι δεν αντιδρά.

Σε αυτό το έργο, το πέπλο της φτώχειας σκεπάζει τις ζωές όσων κρατούν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους.

Όμως, στην καθημερινότητά μας η φτώχεια βρίσκεται στο υπόβαθρο μιας έντονης καθημερινότητας και τις περισσότερες φορές είναι ένα θέμα για το οποίο συνήθως μιλάμε όταν τραγικά γεγονότα συμβαίνουν μπροστά μας, όπως το να ψάχνει κάποιος να βρει τροφή στα σκουπίδια ή μία γωνία σε κάποιο κτίριο για να φτιάξει κάτι που θα έμοιαζε με σπίτι χωρίς την ασφάλεια, την θαλπωρή και την μονιμότητα που αυτό προσφέρει. Μετά από λίγο όμως το ζήτημα αυτό το ξεχνάμε, το θάβουμε μπρος στα θέματα που μοιάζουν σημαντικότερα και που αφορούν τη δική μας ιδιωτική ζωή.

Όλοι συμφωνούν πως το καλύτερο μέτρο καταπολέμησης της φτώχειας είναι η εργασία, η οποία φέρνει όχι μόνο εισόδημα αλλά και συγκρότηση, αξιοπρέπεια καθώς, και την αίσθηση του ανήκειν σε μία κοινωνία.

Στον «έμπορο» όμως, η μονοτονία που απλώνεται στην καθημερινότητα αντανακλά την αδυναμία και την απουσία του κράτους να επενδύσει σε αυτούς τους ανθρώπους.

Η ταινία, την ίδια στιγμή, θέτει εμμέσως και ερωτήματα για το πώς και το εάν αυτά τα εμπόδια θα μπορέσουν να γκρεμιστούν όταν η ελπίδα είναι η ίδια γκρεμισμένη.

Πόσο μάλλον εάν είναι δυνατόν να δημιουργηθούν οι συνθήκες εκείνες που θα κάνουν το αγόρι αυτό, που τώρα αδυνατεί να απαντήσει για τα όνειρά του, να πιστέψει πως θα μπορούσε να αλλάξει την ιστορία της ζωής του και της χώρας του. Ούτως ή άλλως, για πολλούς, η Γεωργία είναι ένα μικρό κράτος, οικονομικά ανίσχυρο και η υποτίμηση των ικανοτήτων και η ενατένιση ενός μέλλοντος χωρίς ελπίδα αποτελεί δεδομένο.

Το βασικό χαρακτηριστικό της ταινίας όμως είναι πως δεν πρόκειται για τα σπαράγματα μιας οικογένειας στην επαρχία της Γεωργίας ή τη ζωή του εμπόρου αλλά για τα πολλαπλά είδωλα της φτώχειας που βλέπει κανείς να συναρθρώνονται ψηφίδα την ψηφίδα μέσα από τα επάλληλα στρώματα των βιωμάτων αυτών των κατοίκων δείχνοντας πως η απόγνωση μπορεί να διαλυθεί μόνο μέσα από την ματιά και το χαμόγελο αυτών των παιδιών που αντικρίζοντας τις μπουρμπουλήθρες καθώς αυτές διαλύονται στο έδαφος διαλύουν συνάμα και την απόγνωσή τους και για ένα λεπτό τολμούν ακόμη και να ονειρεύονται.

*Η Φαίη Θειακού είναι Οικονομολόγος |Αναλύτρια Αγορών, κάτοχος MBA και MHA, PhD (candidate)