H Σαχίν Λιτλφέδερ συνέδεσε το όνομά της με μια από τις σημαντικές στιγμές της ιστορίας των Όσκαρ, όταν το 1973 εμφανίστηκε στην τελετή απονομής με την παραδοσιακή φορεσιά των Απάτσι, στη θέση του Μάρλον Μπράντο, που θα βραβευόταν για την ερμηνεία του στην ταινία «Ο Νονός» του Φράνσις Φορντ Κόπολα.

Στην πραγματικότητα, η Λιτλφέδερ (το «Μικρό Φτερό») αρνήθηκε να παραλάβει το Χρυσό Αγαλματάκι και, όπως της είχε ζητήσει ο ίδιος ο Μπράντο, αντί για ευχαριστήριο λόγο, μίλησε για τα δικαιώματα της φυλής της, καθώς και για τον άδικο τρόπο, με τον οποίο αντιμετωπίζει η κινηματογραφική βιομηχανία τους Ινδιάνους, που εκείνα τα χρόνια παρουσιάζονταν πάντα ως οι «κακοί», που έσπερναν τον τρόμο.

Το κοινό διχάστηκε στα δύο: άλλοι την χειροκροτούσαν όρθιοι και άλλοι την αποδοκίμαζαν, θεωρώντας ότι μια τέτοια στάση δεν είχε θέση σε μια λαμπερή απονομή. Όμως, εκείνη είχε ήδη γράψει Ιστορία.

Η Λίλφέδερ γεννήθηκε ως Μαρία Κρουζ, μιας και η μητέρα της ήταν Αμερικανή, με γερμανικές, γαλλικές και ολλανδικές καταβολές. Ο πατέρας της ήταν Απάτσι και εξαιτίας της καταγωγής του συχνά η οικογένεια αντιμετώπιζε ρατσιστικές συμπεριφορές. Όταν η μητέρα της ήταν έγκυος, το ζευγάρι μετακόμισε στην Καλιφόρνια, όπου έστησε μια μικρή επιχείρηση. Η Μαρία ανατράφηκε ως Καθολική και πέρασε τα παιδικά της χρόνια με τους παππούδες της, καθώς οι γονείς της, όπως  η ίδια έχει πει, ήταν άρρωστοι –ο πατέρας της μάλιστα συχνά κακοποιούσε τη μητέρα της- και δεν μπορούσαν να αναλάβουν τη φροντίδα της.

Ως παιδί, η ίδια θυμάται με φρίκη τις ταμπέλες σε μαγαζιά που απαγόρευαν την είσοδο «σε σκύλους και Ινδιάνους». Έτσι, κατά τη διάρκεια των σπουδών της, άρχισε να μελετάει την Ιστορία τους και υιοθέτησε το όνομα Σαχίν Λιτλφέδερ, τιμώντας του προγόνους της. Το 1969 πήρε μέρος στην Κατάληψη του Αλκατράζ από τους Γηγενείς, που ήθελαν να δημιουργήσουν εκεί ένα ινδιάνικο πολιτιστικό κέντρο.

Επίσης, σπούδασε υποκριτική και κατάφερε να γίνει μέλος του Σωματείου Ηθοποιών, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο. Εργάστηκε σε ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά προγράμματα, αλλά και σε διαφημίσεις. Με τον Μπράντο γνωρίστηκαν μέσω του Φράνσις Φορντ Κόπολα, που ήταν γείτονάς της. Του έγραψε ένα γράμμα, γνωρίζοντας πως ενδιαφερόταν για το θέμα των Ινδιάνων κι έτσι, εκείνος αποφάσισε να τη στείλει στη θέση του στην καρδιά της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Στα 29 της αντιμετωπίζει πνευμονολογικά προβλήματα κι αυτό την οδήγησε να σπουδάσει ολιστική ιατρική, συνδυάζοντας την επιστημονική μέθοδο με τις θεραπείες, που είχε μάθει από τις φυλές των Ινδιάνων.

Αργότερα, ταξίδεψε στην Ευρώπη, έζησε για ένα διάστημα στη Στοκχόλμη και ασχολήθηκε με διατροφικά ζητήματα που αφορούσαν στην κουλτούρα  των λαών. Συνεργάστηκε μέχρι και με τη μητέρα Τερέζα για την αντιμετώπιση του AIDS και ίδρυσε το «American Indian AIDS Institute» στο Σαν Φραντσίσκο.