Το σουηδικό δράμα «Το αίμα των Σάμι» της Αμάντα Κερνέλ για τον αγώνα, στη δεκαετία του 1930, μιας εφήβου σάμι της Σουηδίας απέναντι στον ρατσισμό και στις διακρίσεις σε βάρος του λαού της, κέρδισε το βραβείο Lux που απονέμει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

«Η απονομή αυτού του βραβείου είναι σαν επανόρθωση για τις γενιές των Σάμι που διέτρεξαν μια περίοδο όπου τους μεταχειρίζονταν σαν να είχαν μικρότερη αξία από τους άλλους», δήλωσαν στο ημικύκλιο του κοινοβουλίου στο Στρασβούργο οι δύο κυριότερες ηθοποιοί της ταινίας, οι αδελφές Λένε Σεσίλια και Μία Έρικα Σπάροκ από τη Νορβηγία, ντυμένες με παραδοσιακές στολές.

Οι Σάμι ή Σάμες (κάποτε λέγονταν Λάπωνες) είναι ένας αυτόχθονας λαός που εγκαταστάθηκε πριν από 10.000 και πλέον χρόνια στη βόρεια Σκανδιναβία, στη Νορβηγία, τη Σουηδία και τη Φινλανδία, και που εξακολουθεί να βιοπορίζεται κυρίως από την εκττροφή ταράνδων.

Η ταινία παρακολουθεί την πορεία μιας 14χρονης Σάμι, η οποία, στη δεκαετία του 1930, φιλοδοξεί να εγκαταλείψει την κοινότητά της για να ζήσει μια διαφορετική ζωή, αλλά προσκρούει στην αδιαλλαξία και στις φυλετικές προκαταλήψεις της σουηδικής κοινωνίας.

Σήμερα, «είμαστε ακόμη εδώ (…) Οι Σάμι εξακολουθούν να υπάρχουν», δήλωσαν οι δύο νεαρές ηθοποιοί, η μία από τις οποίες ξεκίνησε την ομιλία της στη μητρική της γλώσσα. «Κάθε μέρα, μπορούμε να διαπιστώσουμε τις επιπτώσεις του τρόπου σκέψης και των αποικιακών πολιτικών που μπορείτε να δείτε» στην ταινία, πρόσθεσαν.

Η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει δράση για να διατηρήσει τον τρόπο ζωής των Σάμι, που απειλείται κυρίως από την κλιματική αλλαγή αλλά και από τη «μονοπώληση της γης», πρόσθεσαν, αναφερόμενες σε ένα τεράστιο πρόγραμμα αιολικής ενέργειας στη Νορβηγία το οποίο απειλεί, όπως υποστηρίζουν, την παραδοσιακή ζωή των Σάμι.