της Φαίης Θειακού*

Πολλοί από εμάς ίσως έχουμε ξεχάσει το μάθημα που διδαχθήκαμε στο σχολείο για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μας μέσα στην κοινωνία την οποία ζούμε, αλλά είναι ένα μάθημα τόσο θεμελιώδες  στη δόμηση της που χρειάζεται να ανατρέξουμε και πάλι σε αυτό: Η υγεία είναι δικαίωμα.

Εάν ποτέ έχετε σταθεί στους διαδρόμους ενός νοσοκομείου σε κάποια κλινική, παρατηρώντας ή βιώνοντας το πρόβλημα ενός ασθενούς και την αγωνία της οικογένειάς του, αυτό είναι μία εικόνα που δε θα την ξεχάσετε ποτέ.

Όχι αυτή την εικόνα που δείχνει τους ίδιους ανθρώπους στις καλύτερες στιγμές τους. Όχι, δηλαδή την εικόνα του «πριν».

Όχι, αναφέρομαι στην εικόνα του «μετά». Μετά το περιστατικό που τους ανάγκασε να προστρέξουν τώρα σε αυτό το νοσοκομείο και να αναμένουν στους διαδρόμους του όπου η ματιά σας τότε συναντήθηκε με τη δική τους. Μετά τις προσπάθειες να κλείσουν ραντεβού με τον κατάλληλο γιατρό, μετά την προσπάθεια να ξεκινήσουν την κατάλληλη θεραπεία, μετά τις ημέρες και ώρες αγωνίας που δοκιμάζουν και τους πιο δυνατούς χαρακτήρες, μετά τα κεράκια που μαζεύονται κάθε απόγευμα στις εκκλησίες των νοσοκομείων και που η φλόγα τους συμβολίζει την ελπίδα και την αγωνία αυτών των ανθρώπων.

Η σύγχρονη ιατρική μπορεί να δώσει στους ανθρώπους μεγαλύτερης διάρκειας ζωή αλλά δε μπορεί να υποσχεθεί και καλή υγεία. Γιατί, είναι πολλοί οι παράγοντες που επηρεάζουν την έκβαση ζωής ενός ανθρώπου, από γενετικούς έως και τη σχέση θεραπευτή- θεραπευόμενου.

Το σημερινό καίριο ερώτημα που καλούμαστε να διαχειριστούμε και να απαντήσουμε στην υγεία ωστόσο, έχει να κάνει λιγότερο με το εάν η υγεία είναι καθολικό δικαίωμα και περισσότερο με μία αναγκαία καθολική συμφωνία ως προς το τι δίνουμε και τι παίρνουμε από αυτή.

Μελετούμε οικονομικές αναλύσεις που σχετίζονται με την υγεία, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος σε αυτές. Δε μελετούμε όμως με την ίδια συχνότητα και το ίδιο ενδιαφέρον τις ιστορίες των ανθρώπων που την έχουν βιώσει, που βρίσκονται πίσω από τους αριθμούς και που με την παρουσία τους και τις ιστορίες τους καθ’ όλη τη διάρκεια του «μετά» του περιστατικού ζωής που τους έφερε στα νοσοκομεία μιλούν, γράφουν και ανακινούν τα υγειονομικά θέματα που έχουν πραγματική αξία.

Η πρώτη μου επαφή με τις ιστορίες του συστήματος υγείας έγινε σε δύο μεγάλα Αθηναϊκά νοσοκομεία όπου οι γονείς μου δούλευαν και με έπαιρναν πότε ο ένας και πότε ο άλλος παρέα στις εφημερίες τους. Θυμάμαι να τους βοηθώ με τα φάρμακα και να τα δίνω στους ανθρώπους, τους ασθενείς ή τους συγγενείς τους, που ερχόντουσαν στο φαρμακείο και να μη κοιτώ την τιμή του σκευάσματος αλλά το πρόσωπο και τα μάτια του ατόμου που το έπαιρνε στα χέρια του.

Ως κοινωνία, είμαστε πάντοτε πρόθυμοι να κρύψουμε τον τρόμο, την αγωνία, την ελπίδα και σε αυτό μας βοηθούν τα νούμερα. Βλέποντας την τιμή μόνο ξεχνούμε τα πρόσωπα και τις ιστορίες τους. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον η μεγαλύτερη πρόκλησή μας είναι να διατηρήσουμε στη σκέψη μας πως το εκάστοτε φάρμακο συμβάλλει σε κάποια προσωπική ιστορία και είναι ικανό να δημιουργήσει πολλές μελλοντικές ιστορίες διατηρώντας υγιείς τους ανθρώπους που το λαμβάνουν.

Χρόνια τώρα και ιδιαίτερα μετά την έλευση της οικονομικής κρίσης δίνουμε μεγάλη αξία στο δημόσιο λόγο γύρω από την αξία της επένδυσής μας στο σύστημα υγείας. Πόσα δημόσια χρήματα δαπανώνται σε αυτό και εάν αξίζουν οι παρεμβάσεις οι οποίες γίνονται. Ξεχνάμε, ωστόσο, αυτές τις πολύ προσωπικές ιστορίες που αποτελούν το υγειονομικό μας σύστημα και είναι και ο λόγος της ύπαρξής του.

Δε ξαγρυπνώ όμως ανησυχώντας για το τι πιστεύει το κράτος για την αξία της ζωής των ασθενών. Είμαι πιο ανήσυχη για το τι πιστεύουν οι ίδιοι οι ασθενείς πως αξίζει η ζωή τους.

*Η Φαίη Θειακού είναι Οικονομολόγος |Αναλύτρια Αγορών, κάτοχος MBA & MHAPhD (candidate)