H οριστική αντιμετώπιση της επιδημίας του HIV θα μπορούσε να επιτευχθεί όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα της έρευνας PARTNER ΙΙ που δημοσιεύθηκαν σε επιστημονικό άρθρο στο περιοδικό Lancet. Πρόκειται για μια μελέτη ορόσημο που διαπίστωσε ότι οι άνδρες με HIV λοίμωξη που έχουν καταστείλει την αναπαραγωγή του ιού στον οργανισμό τους με τη λήψη αντιρετροϊκής αγωγής δε μπορούν πρακτικά να μεταδώσουν τον HIV ακόμη και με σεξουαλική επαφή χωρίς προφυλάξεις. Η τεκμηρίωση αυτή αναδεικνύει τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης και της άμεσης έναρξης θεραπείας, καθώς αν όλα τα οροθετικά άτομα λάμβαναν αγωγή, τότε θα ήταν αδύνατο να υπάρξουν νέες λοιμώξεις.

Πιο συγκεκριμένα, η μελέτη παρακολούθησε σχεδόν 1.000 οροδιαφορετικά ζευγάρια (ένας οροθετικός και ένας οροαρνητικός σύντροφος) σε 75 κλινικές δομές σε 14 ευρωπαϊκές χώρες. Ο οροαρνητικός σύντροφος εξεταζόταν για HIV κάθε 6 ή 12 μήνες. Αντίστοιχα, ο οροθετικός σύντροφος έκανε εξέταση μέτρησης του ιικού φορτίου του. Ως αποτέλεσμα, η μελέτη δε διαπίστωσε καμία μετάδοση του HIV από οροθετικό σύντροφο με ιικό φορτίο κάτω από 200 αντίγραφα ανά ml, σε σχεδόν 77.000 πράξεις σεξουαλικής επαφής.

Η καθηγήτρια Alison Rodger του University College του Λονδίνου, η οποία είναι η κύρια συντάκτρια του άρθρου, δήλωσε με την ευκαιρία της δημοσίευσής του ότι “τα ευρήματα είναι δεν αφήνουν καμία αμφιβολία, ο κίνδυνος μετάδοσης του HIV από άτομα με μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο είναι μηδέν. Αυτό το ισχυρό μήνυμα μπορεί να συμβάλει στον τερματισμό της πανδημίας του HIV με την πρόληψη της μετάδοσης του ιού και την αντιμετώπιση του στιγματισμού και των διακρίσεων που αντιμετωπίζουν τα οροθετικά άτομα. Οι προσπάθειες πρέπει πλέον να επικεντρωθούν στην ευρύτερη διάδοση της επιστημονικής τεκμηρίωσης και στη διασφάλιση της πρόσβασης των ατόμων και των κοινοτήτων σε διαγνωστικές εξετάσεις, στην αποτελεσματική θεραπεία, στην ενδυνάμωση και τη διασύνδεση στη φροντίδα“.

Το 2017, σχεδόν 40 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως ζούσαν με HIV λοίμωξη, εκ των οποίων 21,7 εκατομμύρια λάμβαναν αντιρετροϊκή θεραπεία.

Η καθυστερημένη διάγνωση εξακολουθεί να αποτελεί μείζονα πρόκληση, καθώς εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει περίπου το 43% των νέων διαγνώσεων HIV τόσο στη δυτική Ευρώπη, όσο και στην Ελλάδα.