Η προσφυγική κρίση μέσα στο 2016. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα στην Ελλάδα και τη Μεσόγειο

Από την 1η Ιανουάριου 2016, 200.000 άνθρωποι έχουν φθάσει στις ευρωπαϊκές ακτές μέσω θαλάσσιων διαδρομών, με τη συντριπτική πλειοψηφία τους να έχει διέλθει το Αιγαίο. πριν το κλείσιμο των συνόρων και της λεγόμενης «Βαλκανικής Οδού» και τουλάχιστον 50.000 έφτασαν στην Ιταλία μέσω της επικίνδυνης θαλάσσιας διαδρομής της Κεντρικής Μεσογείου. Τουλάχιστον 50.000 άνθρωποι εγκλωβίστηκαν στην Ελλάδα μετά την εφαρμογή της συμφωνίας Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) – Τουρκίας και το κλείσιμο της Βαλκανικής Οδού. Επιπλέον, περισσότερα από 2.800 άνθρωποι (1.000 περισσότεροι σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2015) έχουν χάσει τη ζωή τους στη θάλασσα.

Τα συμπεράσματά των Γιατρών χωρίς Σύνορα:

Η απουσία ενός ασφαλούς περάσματος προς την Ευρώπη οδηγεί τους ανθρώπους σε ριψοκίνδυνες διαδρομές και σε δίκτυα διακινητών. Μέχρι στιγμής, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποτύχει να ανταποκριθεί στις κατεπείγουσες και επιτακτικές ανθρωπιστικές ανάγκες προσφύγων και μεταναστών. Μετρώντας πια περισσότερες από 2.800 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, η Ευρώπη πρέπει άμεσα να λάβει τα απαραίτητα μέτρα που θα διασφαλίσουν την πρόσβαση ευάλωτων ανθρώπων στην προστασία και τη βοήθεια.

Η ΕΕ έχει υιοθετήσει πολιτικές αποτροπής, οι οποίες, αν και έχουν παρουσιαστεί ως «λύσεις με ανθρωπιστικό πρόσημο», στην πραγματικότητα επιτείνουν τον πόνο ανθρώπων που έχουν ανάγκη προστασίας. Από την έναρξη της κρίσης, η Ευρωπαϊκή πολιτική, αντί να κατευθύνεται στην εξεύρεση λύσεων για αποτελεσματικότερη ανταπόκριση στις ανάγκες των προσφύγων, εστιάζει σε πολιτικές και μέτρα αποτροπής. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, που έχουν περιθάλψει περισσότερους από200.000 ανθρώπους μέσα σε 18 μήνες, καλούν την Ευρώπη να επαναπροσδιορίσει τη θέση της άμεσα και να λάβει μέτρα προστασίας και στήριξης αυτών των ανθρώπων.

Οι συνθήκες υποδοχής στην Ελλάδα και την Ιταλία παραμένουν ακατάλληλες για την αποτελεσματική στήριξη και φροντίδα των προσφύγων και των μεταναστών. Περίπου 50.000 άνθρωποι διαβιούν υπό απαράδεκτες συνθήκες στην Ελλάδα: 8.000 άντρες, γυναίκες και παιδιά, συμπεριλαμβανομένων εκατοντάδων ασυνόδευτων ανηλίκων, παραμένουν εγκλωβισμένοι στα ελληνικά νησιά, σε άθλιους καταυλισμούς και με περιορισμένη πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες· χιλιάδες άλλοι διαβιούν στην ηπειρωτική χώρα σε χώρους που δεν πληρούν τις ελάχιστα αποδεκτές προδιαγραφές. Με το πέρασμα του χρόνου, οι άνθρωποι αυτοί χάνουν την ελπίδα τους για λήψη διεθνούς προστασίας και για οικογενειακή επανένωση. Ταυτόχρονα, στην Ιταλία, όπου οι μεταναστευτικές ροές είναι στα περσινά επίπεδα, το σύστημα υποδοχής παρουσιάζει πολλά κενά, σε αρκετές περιπτώσεις δεν παρέχεται η πρόσβαση ούτε σε βασικές υπηρεσίες και δεν υπάρχει μέριμνα για ειδικές ανάγκες και ευάλωτες ομάδες.

Τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν δεχτεί ένα πολύ μικρό ποσοστό ανθρώπων που έχουν εκτοπιστεί από τις ιδιαίτερες πατρίδες τους: η συντριπτική πλειοψηφία των προσφύγων παραμένει είτε στο εσωτερικό της χώρας τους, ή σε χώρες γειτονικές στη δική τους. Συγκριτικά, λοιπόν, σε ελάχιστους έχει αποδοθεί άσυλο σε ευρωπαϊκά κράτη.

Τι προτείνουν:

Ο μόνος τρόπος για να προστατευθούν ευάλωτοι άνθρωποι είναι ο προσδιορισμός μιας ασφαλούς και νόμιμης διαδρομής, διαμέσου της οποίας οι άνθρωποι θα μπορούν να διεκδικούν άσυλο ή και ένταξη σε προγράμματα οικογενειακής επανένωσης, χορήγησης ανθρωπιστικής βίζας και μετεγκατάστασης.

Ακόμη, αποτελεί επιτακτική ανάγκη οι ευρωπαϊκοί και διεθνείς φορείς να καταρτίσουν έναν αποτελεσματικό και ολοκληρωμένο μηχανισμό για τη διάσωση ανθρώπινων ζωών στη θάλασσα. Οι επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης, συγκεκριμένα, θα έπρεπε να πραγματοποιούνται όσο το δυνατόν εγγύτερα στη στεριά και κατόπιν οι διασωθέντες να μεταφέρονται σε συγκεκριμένους κατάλληλους χώρους, όπου θα μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αξιοπρεπείς συνθήκες υποδοχής, σε ιατρικές και κοινωνικές υπηρεσίες. Ωστόσο, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μειωθεί η προσπάθεια αντιμετώπισης των δικτύων των διακινητών, τα οποία επίσης έρχονται ως συνέπεια της πολιτικής αποτροπής ανθρώπων που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή τους προς αναζήτηση της ασφάλειας και της ελπίδας.

Επιτακτική ανάγκη αποτελεί ακόμα η δημιουργία χώρων υποδοχής που θα παρέχουν πρόσβαση σε αξιοπρεπείς και ανθρώπινες συνθήκες: η Ευρώπη λοιπόν αντί να επενδύει σε μέτρα απώθησης και σε εξωτερικές συμφωνίες, θα έπρεπε να βελτιστοποιήσει τις δομές υποδοχής κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Με άλλα λόγια, η Ευρώπη θα πρέπει να εγκαταλείψει την πολιτική αποτροπής και να υιοθετήσει μια πολιτική υποδοχής εναρμονισμένη με τις παρούσες ανθρωπιστικές ανάγκες και με ειδική μέριμνα για τις ιδιαίτερες ανάγκες για προστασία ανθρώπων που καταφτάνουν στα σύνορα, με έμφαση στην πρόσβασή τους σε υπηρεσίες φροντίδας υγείας και ψυχικής υγείας. Με την απουσία ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου και με γνώμονα την αποφυγή επιπρόσθετης επιβάρυνσης των κυριότερων χωρών υποδοχής, της Ελλάδας και της Ιταλίας, η Ευρώπη οφείλει να δημιουργήσει ένα αποτελεσματικότερο σύστημα μετεγκατάστασης εντός της ευρωπαϊκής επικράτειας και στην εγκαθίδρυση ασφαλών διαδρομών.